Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 00:27

Συμφωνώντας με τις διαφωνίες μας

Η χώρα πρέπει να αποφύγει συμπεριφορές στις οποίες αλλού που μας παίρνει είμαστε ιδεοληπτικοί και αλλού ξενόδουλοι. Πρέπει να λύσουμε τις αντιφάσεις μας

Από τον Νικόλα Παπαναστασόπουλο

Η ελληνική πραγματικότητα ποτέ, μα ποτέ δεν κουράζει τον εκάστοτε αναλυτή. Πάντα θα έχει κάτι να προβάλλει, δίνοντας τροφή σε κάθε διάνυσμα της δημόσιας συζήτησης.

Ανέκαθεν αυτή η θεματική διαπίστωση είναι πολύ ισχυρή. Πώς αλλιώς, καθώς τόσο η εσωτερική όσο και η διεθνής πολιτική χαρακτηρίζονται από μια ρευστότητα και πολεμική ατμόσφαιρα. Η σύγχρονη επιτροπεία, απόρροια των μνημονίων, δεν αφήνει πολλά περιθώρια, ενώ οι συνθήκες στον γεωπολιτικό περίγυρό μας κάθε άλλο παρά ειδυλλιακές είναι. Μπορεί βέβαια το καλοκαίρι και ο ελληνικός ήλιος να προσφέρουν μια πρόσκαιρη «νιρβάνα» από την αντιμετώπιση των αδυσώπητων προβλημάτων της χώρας. Τι θα γίνει όμως μετά, όταν η καταιγίδα των φόρων, οι περικοπές που ήδη γίνονται και τα ανοιχτά ζητήματα θα επικαθήσουν ως μόνιμη καθημερινότητα; Δυστυχώς φαίνεται ότι τα κελεύσματα έχουν έξωθεν αφετηρίες, ενώ οι παλινωδίες ενέχουν εσωτερικής γενεσιουργίας.

Τούτων δοθέντων, δεν χρειάζονται ιδεοληπτικά γιατροσόφια, αλλά μεγάλες τομές και ανατροπές. Είναι βέβαιο ότι το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο ήταν σαν το βασίλειο της Δανιμαρκίας. Αλλά δεν επιλύεται με έναν τέτοιο τρόπο, όπως αυτόν της κυβέρνησης. Σύστοιχα, η απλή αναλογική δεν είναι ούτε πανάκεια, αλλά ούτε και για το «πυρ το εξώτερον». Από την άλλη, η ψήφος στα 17 δεν είναι πρόβλημα, αφού ήδη έτσι και αλλιώς εφαρμόζεται. Η ψήφος όμως των ομογενών συνιστά εθνική και ηθική επιταγή, καθώς δεν μπορεί στην Ελλάδα του 21ου αιώνα να έχουμε έναν ιδιότυπο διαχωρισμό αυτοχθόνων και ετεροχθόνων: να ζητάμε από τους ομογενείς μας βοήθεια στα εθνικά θέματα ή στις επενδύσεις, αποδεικνύοντας το φρόνημά τους και εμείς να λειτουργούμε ως άστοργη μητρόπολη ή πατρίδα.

Πάνω από όλα, η εφαρμογή της πολιτικής δεν (πρέπει να) είναι χώρος για στρατηγήματα και ιδεοληψίες, αλλά και η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι λευκή επιταγή στο όνομα της ψευδεπίγραφης συναίνεσης. Για παράδειγμα, δεν μπορεί από τη μια η κυβέρνηση να κόπτεται για επενδύσεις, για επιχειρηματικότητα και να προβάλλει ιδεοληπτικές αγκυλώσεις για το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Να πηγαίνει (καλά πράττοντας) ο πρωθυπουργός στην Κίνα για συνεργασίες, αλλά να μη βρίσκεται ο τρόπος να προχωρήσουμε στην ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία θα δημιουργήσει μια νέα κινητικότητα στη γνώση και ξύπνημα στο παιδευτικό και επενδυτικό κεφάλαιο. Εκτός και αν θέλουμε να διώχνουμε νέους και επιστήμονες στο εξωτερικό. Επομένως θα μπορούσε η κυβέρνηση, όπως γίνεται για τις άδειες των καναλιών (αλλά όχι άγαρμπα), ανάλογα, να θέσει όρους και προϋποθέσεις για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Από την άλλη, η αντιπολίτευση και δη η αξιωματική πρέπει να θέσει συγκεκριμένο πλαίσιο στην κυβέρνηση για την αναθεώρηση του συντάγματος. Αν από τη μια τη θεωρεί καταστροφική, τότε δεν μπορεί να παράσχει τη συναίνεση, γιατί δεν οδηγεί πουθενά. Αν από την άλλη, θεωρεί ότι υπάρχουν κάποιες συνταγματικά ή νομοθετικά εθνικές αναγκαιότητες που πρέπει να προταχθούν, τότε να τις θέσει στην κυβέρνηση, ως έναν οδικό χάρτη για τη χώρα και την επίλυση της κρίσης. Η ψήφος στους ομογενείς, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα ήταν πεδία μιας τέτοιας συναντίληψης για τα εθνικά ουσιώδη.

Προπαντός η χώρα πρέπει να αποφύγει συμπεριφορές στις οποίες αλλού που μας παίρνει είμαστε ιδεοληπτικοί και αλλού ξενόδουλοι. Πρέπει να λύσουμε τις αντιφάσεις μας: όταν μπορούμε να συνεννοούμαστε με τους εταίρους ή να λέμε ότι υποτασσόμαστε στο «τρισκατάρατο» μνημόνιο, αλλά δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε για τις διαφωνίες μας, βρίσκοντας όμως μεταξύ μας κάποια σημεία εθνικής κατεύθυνσης.

Ο Νικόλας Παπαναστασόπουλος είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το συγγραφικό του έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

Φωτο: Ανδρέας Αθανασόπουλος