Παρασκευή, 3 Απρίλη, 2020 - 08:13

Άκου Έλληνα…

Μάζεψε τις πληγές σου και φύγε για το μέτωπο. Δεν θα πας μακριά, δίπλα σου είναι ο αντίπαλος, ανάμεσά σου, στο σπίτι σου, στη γειτονιά σου, στην ενορία σου, στην πόλη σου. Και ξεκίνησε από τον εαυτό σου, εάν τον νικήσεις και τον αλλάξεις, θα αλλάξεις και τον τόπο σου.
Ότι έγινε εδώ και σχεδόν διακόσια χρόνια, από τότε που έγινες Κράτος, έγινε. Καλώς ή κακώς. Θα μπορούσε το σήμερα να ήταν πολύ καλύτερο ή και πολύ χειρότερο. Και το κάθε παρόν έχει τα καλύτερα και τα χειρότερά του. Ωστόσο, το παρελθόν –στο πανένδοξο κομμάτι του, όσο κι αν το επικαλείσαι δεν επιστρέφει πίσω. Ίσως και να τελείωσε, να έληξε η ημερομηνία του. Το πήρε και το σήκωσαν οι άνεμοι των νέων καιρών –που ποτέ δεν σταματούν να πνέουν μεταβάλλοντας διαρκώς τους προσανατολισμούς. Τίποτε δεν διαρκεί επ’ άπειρον, τίποτε δεν παραμένει ανεπηρέαστο και αμετάβλητο. Οι νέοι ταχυδρόμοι διέγραψαν τις διευθύνσεις των παλιών καλών καιρών. Δεν υπάρχει πια ο παλιός προορισμός. Υπάρχει η νέα προοπτική. Ούτε έχει ιδιαίτερο νόημα και πρακτική αξία, πια, να αναζητείς τα «πως» και τα «γιατί»ˑ ούτε αξίζει να χάνεις τον χρόνο σου – ενώ αυτός τρέχει ιλιγγιωδώς προς το μέλλον, παραμένοντας εσύ προσδεμένος στην γλυκιά θύμηση του χθες,  επικρίνοντας τα πρόσωπα και τις καταστάσεις εκείνες που οδήγησαν –κατά την γνώμη σου, τον Ελληνισμό στην εξάλειψη του. Θα απομείνεις με ένα γερασμένο δίκιο χωρίς αυτό να διαθέτει καμία δυνατότητα εξαργυρώσεως. Τα δύσκολα ερωτήματα και τα μεγάλα διλήμματα οφείλονται να απαντώνται στην ώρα τους, την στιγμή που πρέπει να λέγεται το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι. Εάν δεν το έπραξες στον χρόνο που έπρεπε, εσύ ή οι προκάτοχοι σου, τι νόημα έχει η εκ των υστέρων απόκριση; Η μεταγενέστερη ανησυχία σου; Θα ήταν ίσως καλύτερα τους πεπαλαιωμένους καημούς σου –δίκαιους και σωστούς δε λέω- εφόσον τους βαστάς ακόμη, να τους χαλάσεις στο σημερινό «ανταλλακτήριο ιδεών», αναζητώντας μέσω της συνθέσεως τη νέα θεώρηση τού πολιτισμού σουˑ θεμελιώνοντας έτσι νέες ψυχικές βάσεις για να δώσεις –όπως το έπραξαν οι πρόγονοί σου, ένα νέο νόημα και μια νέα ελπίδα στη ζωή σου. Μια νέα προοπτική στην ελληνικότητά σου, πρόσεξε, μέσα σ’ έναν χρόνο διαρκώς ανατρεπτικό, σ’ έναν κόσμο διαρκώς τρεχούμενο. Δεν είναι λίγο αυτό εάν το καταφέρεις. Θα καταστήσεις την εξανεμισμένη αίγλη σου σε ομιλούσα παρουσία, αθέατη μεν αλλά απτή με τα χέρια της ελληνικής ψυχής σου. Έτσι, θα περισώσεις και τα όσα τελευταία εναπομείναντα απομεινάρια του προγονισμού σου –για τον οποίο τόσο υπερηφανεύεσαι και άλλο τόσο φρόντισες να τον ξαποστείλεις. Εκτός κι εάν ο εαυτός σου μεταλλάχθηκε τόσο πολύ, οπότε τι συζητάμε; Τότε, ας πας εκεί που σε πάει η μοίρα σου, αφού είσαι αδύνατος να την ξεπεράσειςˑ πήγαινε στον άνεμο των ανέμων και στο πυρ του πυρός. 
 
Εάν είσαι ο εαυτός σου και όχι ο καταναλωτικός κλώνος της επικαιρότητος, μην μένεις πίσω στα δάκρυα, τους θρήνους και τους θρύλους. Μάζεψε τις πληγές σου, προλαβαίνεις αν θες –πάντα πρόφταινε ο Έλληνας όταν το ήθελε, και  φύγε για το μέτωπο. Δεν θα πας μακριά, δίπλα σου είναι ο αντίπαλοςˑ ανάμεσά σουˑ στο σπίτι σου, στη γειτονιά σου, στην ενορία σου, στην πόλη σου. Και ξεκίνησε από τον εαυτό σουˑ εάν τον νικήσεις και τον αλλάξεις, θα αλλάξεις και τον τόπο σου. Και να μην ξεχνάς, όσες φορές ο ελληνισμός σου προχώρησε στην ιστορία του, το κατόρθωσε με ισορροπίες και συμβιβασμούς. Και να γνωρίζεις κάτι ακόμη –εάν δεν το γνωρίζεις, ότι δεν είσαι άοπλος. Πρόσεξε επίσης, πως ούτε θρήνοι χρειάζονται ούτε φανατισμοί ούτε όρκοι θανάτου –γιατί, για φαντάσου το κι έτσι, μπορεί και εσύ να έχεις κάνεις κάποιο λάθος, οπότε γιατί να πεθάνεις άδικα; Και κάποιο δίκιο –έστω μικρό, μπορεί να έχει και η άλλη πλευρά. Κι αν ανοίξεις την καρδιά σου, ίσως να ξετρυπώσεις και «στους άλλους» -με αυτούς που διαφωνείς, έστω κάποιες λίγες καλές προθέσεις. Αναγνώρισέ της. Κι αν θέλεις να αισθανθείς πλήρως ελεύθερος, κάνε ένα βήμα παραπέρα, ας είναι βαρύ και απρόθυμο, υπερασπίσου αυτό με το οποίο αντιτίθεσαι. Οι καιροί χρειάζονται μόνο συνθέσεις. Θα δεις πως το τέλος θα βγεις θριαμβευτής. Μπορεί ο θρίαμβος σου να μην είναι στο τέλος τροπαιούχος –γιατί πολύ απλά  το τρόπαιο μπορεί και να κλάπηκε στους δρόμους ταχύτητος του τεχνικού πολιτισμού και να μην πήρες είδηση μέσα στη φασαρία την πράξη, να μην αντελήφθης καν τον ίδιο τον κλέφτη τη στιγμή μάλιστα που περνούσε από δίπλα σουˑ κι αν παρεμπιπτόντως τον είδες, μπορεί να έκανες τα «στραβά μάτια», ακόμη και τα «γλυκά μάτια» -γιατί φαίνεται σου άρεσε η κορμοστασιά του. Και όταν το πάνω χέρι σε μια κοινωνία το παίρνει ο τεχνικός πολιτισμός –με τον πνευματικό να γίνεται υπηρέτης του, τότε ολόκληρο  το πολιτισμικό σύνολο καταρρέει. Καταρρέουν και πεθαίνουν οι πολιτισμοί, μας είπε ο Γερμανός ιστορικός και φιλόσοφος Όσβαλντ Σπένγκλερ στο βιβλίο του «Η παρακμή της Δύσεως» (Εκδόσεις ‘‘Τυπωθήτω’’ –Αθήνα 2003). «Όλοι οι πολιτισμοί διανύουν, όπως οι βιολογικοί οργανισμοί, τον κύκλο της γέννησης, της ωρίμανσης, της ακμής, της παρακμής και του θανάτου» (α΄ έκδοση του βιβλίου στη Γερμανία το 1918). Εάν έχει δίκιο ο Γερμανός φιλόσοφος, τότε, στα σίγουρα έχει πεθάνει και ο ελληνικός πολιτισμός. 
 
 
Από την άλλη, κανείς δεν σου λέει ότι πρέπει να πνίξεις από τα φύλλα της καρδιάς σου το παρελθόν, όσο κι αν αυτό το πήρε και το σήκωσε ο αέρας των καινούργιων καιρών, όσο κι αν εκτελέστηκε στον τοίχο στα τρία μέτρα από τους κερδομανείς πυροβολητές του τάγματος της ακινησίαςˑ με συνεκτελεστές στην βδελυρά πράξη τον στρατό των δήμιων εθνομηδενιστών. Πόσω μάλλον όταν αυτό το παρελθόν είναι στο μεγαλύτερο κομμάτι του και ένδοξο. Η αύρα του πεπερασμένου, όσο κι αν αυτό ακούγεται ξεψυχισμένο στη ζωή σου, παραμένει κατά έναν μυστήριο τρόπο κάπου κρυμμένη σε κάποιον εναέριο προμαχώνα, έτοιμη εάν το θελήσεις να σου εμφυσήσει την συνέχεια σου στον κόσμο των νέων εξελίξεων. Δεν ρίχνεις στους μαρμαρένιους τάφους της αιώνιας σιγής το παρελθόν. Είναι σαν να πετάς στη λησμοσύνη τους νεκρούς σουˑ τους πεθαμένους σου γονείς, όλα τα αγαπημένα σου πρόσωπα που δεν υπάρχουν πιά –δηλαδή, όλους αυτούς στους οποίους οφείλεις την ύπαρξη και την διαμόρφωσή σου. Το πράττεις αυτό; Εάν το πράττεις, παύεις να είσαι άνθρωποςˑ είσαι μια πρόστυχη μηχανή στην πρίζα, που δεν παίρνει μπροστά με την καρδιά και την ψυχή, που δεν κινείται με το ζεστό το αίμα, και που δουλεύει με το ψυχρό ρεύμα μιας εξυπηρετικής καθημερινότητος στο ηλεκτροκίνητο δρομολόγιο μεταξύ ντιβανιού – κουζίνας – αποχωρητηρίου.  Εάν το πράττεις, γελάστηκες. Θα είσαι κι από πάνω μέγας ανόητος εάν νομίζεις ότι μόνο εσύ και το ημερήσιο συμφέρον σου ορίζουν την ζωή σου. 
 
Αλήθεια, πώς να καταπνίξεις ένα «Νενικήκαμεν», ένα «Νενίκηκά σε Σολομών», ένα «Τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια»; Πώς να απαλείψεις ένα συγκλονιστικό παρελθόν, το οποίο –που ξέρεις;- μπορεί μια μέρα, αν και είναι σκεπασμένο με δαμασκηνό σάβανο, να σε αιφνιδιάσει και να είναι επίκαιρο. Ποιος είπε ότι δεν γίνονται θαύματα; Οι Έλληνες είναι ο κατ’ εξοχήν λαός των θαυμάσιων θαυμάτων –και των απίθανων ντροπών βεβαίως. Του αιφνίδιου ήταν πάντα. Της σπίθας. Του απίθανου. Το οργανωμένο και το μελετημένο δεν ήταν στην πάστα του. Ανέλπιστη τρέλα μήπως δεν ήταν το 1821; Αιφνίδιο θαύμα δεν ήταν οι βαλκανικοί πόλεμοι που μεγάλωσαν κατά 70% τα ελληνικά εδάφη και κατά 80% τον ελληνικό πληθυσμό; Άξαφνο μεγαλείο δεν ήταν η προέλαση στα χώματα της βορείου Ηπείρου το 1940;  
 
Ωστόσο, Έλληνα, αυτό που σου απομένει πλέον να κάνεις, και πρέπει να το κάνεις -  στην παρούσα τουλάχιστον ώρα, είναι απλώς να κρατήσεις όλα αυτά τα παρελθόντα ως πηγή εμπνεύσεως στη προσωπική σου «βάση δεδομένων», και τίποτε παραπάνω. Δεν μπορείς για τίποτε το παραπάνω, προσώρας. Αλλά κράτησε τα! Φανερώνεται πολύ καθαρά, στις πέτρες της γης άλλωστε περπατάμε, ότι τα τετιμημένα έπαψαν προπολλού να είναι τα «εργαλεία οικοδομής». Τα παραπέρα χτίζονται σήμερα με άλλα σύνεργα, με άλλους μαστόρους. Εδώ και χρόνια φυσάνε άλλοι μαΐστροι, σε άλλες θάλασσες ταξιδεύουν τα βαπόρια, σ’ άλλα λιμάνια παίζεται το κέρδος, νέοι κουρσάροι πήραν την θέση των παλιών. Μόνο κάποιοι ταπεινοί ψαράδες παρέμειναν οι ίδιοι, σαν γραφικές φιγούρες προς φωτογράφηση, να ψαρεύουν στις μοναξιές των μόλων και στα ακύμαντα γαληνά λιμανάκια τον επιούσιό τους. Μέχρι να καταφθάσει καταπάνω τους το φουσκωμένο κύμα, να συμπαρασύρει κι αυτούς –τους τελευταίους εναπομείναντες των αγιασμένων βράχων. Προ πολλού το μεγάλο λιμάνι που δημιούργησαν στην περιοχή μας οι νέοι μαέστροι της ζωής μας, μαζί με τους σύγχρονους κουρσάρους, είναι η Ευρώπη. Θέλουμε δεν θέλουμε, αυτή είναι η νέα κατασκευή. Μέχρι κάποιας νεοτέρας, τουλάχιστον. Ποιος είπε ότι η νέα κατασκευή είναι ο υπήνεμος λιμένας κάποιων αλλοτινών εποχών –τι έχει μείνει άλλωστε το ίδιο; Φουρτουνιασμένος είναι, με τους ναυτικούς να παλεύουν καθημερινά να δέσουν τις ζωές τους σε κάτι σκουριασμένους κάβους. Αρμύρα πάνω σε ανοικτές πληγές έγινε η ζωή σε αυτό το καραβοστάσι, αλλά…Αλλά, η Ευρώπη είναι η «μεγάλη πατρίδα», μάς είπε σε ανύποπτο χρόνο ο Οδυσσέας Ελύτης. Ναι, ο Ελύτης. Έτσι ακριβώς την ονομάτισε, «μεγάλη πατρίδα μας», και την Ελλάδα «ιδιαίτερη πατρίδα μας», όταν στις 28 Μαρτίου 1992 απέστειλε επιστολή (μαζί με πέντε ακόμη προσωπικότητες) στους υπουργούς εξωτερικών της τότε ΕΟΚ διαμαρτυρόμενος για την επικείμενη αναγνώριση των Σκοπίων με το όνομα Μακεδονία. Και ο Γιώργος Σεφέρης, ο άλλος νομπελίστας ποιητής μας, με περίπου τον ίδιο τρόπο, μάς μίλησε κι αυτός για Ευρώπη στο δοκιμιακό του έργο «ΔΟΚΙΜΕΣ»: «Το δίλημμα είναι αμείλικτο: είτε θα αντικρύσουμε το δυτικό πολιτισμό, που είναι κατά μέγα μέρος και δικός μας, μελετώντας με λογισμό και με νηφάλιο θάρρος τις ζωντανές πηγές του –κι αυτό δε βλέπω πως μπορεί να γίνει αν δεν αντλήσουμε τη δύναμη από τις δικές μας ρίζες και χωρίς ένα συστηματικό μόχθο για τη δική μας παράδοσηˑ είτε θα του γυρίσουμε τις πλάτες και θα τον αγνοήσουμε, αφήνοντας να μας υπερφαλαγγίσει, με κάποιον τρόπο από τα κάτω, με τη βιομηχανοποιημένη, την αγοραία, τη χειρότερη μορφή της επίδρασής του» («ΔΟΚΙΜΕΣ», Εκδόσεις ‘‘ Ίκαρος’’, Τρίτη έκδοση 1974).
Και σ’ αυτήν την ξεπεσμένη, δύστροπη, παμπόνηρη, συμφεροντολόγα, στρίγκλα και αισχρή γερόντισσα που λέγεται Ευρώπη –άλλοτε κι αυτή πλουμισμένη αρχόντισσα με τα χρυσά κοσμήματα των ιδεών της, καταφεύγουν –ακόμη έτσι ξεστρατισμένη και δισταχτική όπως κατάντησε, οι εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες της Ανατολής –μπας και κάποιος  σημερινός ήλιος της Εσπερίας φωτίσει τη δύστυχη μοίρα τους.
 
 
Έλληνα, ανέφερα πιο πριν ότι δεν είσαι άοπλος. Το οπλοστάσιο σου δεν είναι άλλο από την προσωπική σου «βάση δεδομένων», που επίσης είπα. Οφείλεις να την κρατείς και να την συντηρείς όσο καλύτερα γίνεται. Από δω θα οπλιστείς όταν θα θελήσεις να εκκινήσεις προς τον καινούργιο κόσμο, όταν θα επιδιώξεις να σταθείς ισότιμα με το δικό σου κεφάλαιο –όχι με το δάνειο, ανάμεσα στο σιδηρούν κόσμο των αποτρόπαιων συμφερόντων, στον πυρήνα της νέας θεωρήσεως των πραγμάτων. Και θα το επιχειρήσεις έξυπνα και μοντέρνα, προσαρμοσμένα σε σύγκαιρες αντιλήψεις. Μην κάνεις το λάθος να διεκδικήσεις τον σύγχρονο χώρο σου φορώντας την στολή του Σπαρτιάτη μαχητή, του βυζαντινού στρατιώτη, του καπετάνιου του ’21. Ιεροί και άγιοι όλοι αυτοί οι μαχητές, αλλά χωρίς προστιθέμενη αξία επάνω τους δεν θα επαρκέσουν για το εγχείρημα σου. Θα ελπίσεις μόνο όταν στις πατροπαράδοτες αξίες σου αθροίσεις και τις προστιθέμενες. Κι αυτές τις τελευταίες θα της πάρεις από τους παρόντες καιρούς, αν θες να ανταγωνιστείς τους ανταγωνιστές σου. Αν δεν θες να παραμείνεις στη θέση του ουραγού. Μείνε έτσι όπως είσαι, αφού έτσι το αποφάσισες οριστικά και αμετάκληταˑ με την μια πλευρά σου να γέρνει στην Ευρώπη και με την άλλη, την βαρύτερη, την σκληροκόκαλη, αυτή που σε εκφράζει καλύτερα, να ακουμπά στην Ανατολή. Κι όταν αποφασίσεις να ανοίξεις την «βάση δεδομένων», αφού στο μεταξύ την έχεις προφυλάξει, θα δεις ένα προς ένα τα όπλα σου, τα οποία -αν και παλιά και ξεχαρβαλωμένα, είναι αρκετά εύχρηστα και ευθύβολα εφόσον λαδωθούν  και συναρμολογηθούν στον καινούργιο κόσμο. Το ασυναγώνιστο όπλο σου, Έλληνα, είναι η Ορθοδοξία σου, θρησκεία εθνική απόλυτα συνυφασμένη με τα ήθη σου, τον χαρακτήρα σου, την οικογενειακή σου ζωή, τις μυρωδιές της γης σου. Οι μεγάλες της γιορτές, όπως μας είπε ο Θεοτοκάς, ο Ευαγγελισμός, το Πάσχα, ο Δεκαπενταύγουστος, τα Χριστούγεννα και άλλες, είναι κάθε χρόνο οι μεγάλες ημέρες της Ελλάδος, οι μέρες όπου το εθνικό σύνολο αισθάνεται περισσότερο από κάθε άλλην ώρα την ενότητά του, την αλληλεγγύη του, την αμοιβαία αγάπη των μελών του. Με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να επαυξάνει «Η Ανάστασι υπενθυμίζει το Γένος μας. Χριστός και Πατρίς είναι ισιοπαθείς και ισόθεοι».  
 
Το δεύτερο σου όπλο, Έλληνα, κι αυτό σωσμένο στη «βάση δεδομένων», είναι η γλώσσα σου. Μπορεί να την έχεις κακοποιήσει βάναυσα, να την υπέταξες ξεγυμνωμένη στις μικροπρεπείς χρήσεις της καθημερινότητος σου, αλλά βαστάει ακόμη η έρμη. Αν θέλεις σκύψε ευλαβικά επάνω της, στόλισε την πάλι και σύνδεσέ την με την παιδεία που παράγεις –αν παράγεις. Κάνε το θαρραλέο βήμα και πρόσεξέ την με όσο ψυχικό απόθεμα σου έχει απομείνει. Η γλώσσα σου δεν είναι μόνο το μέσο επικοινωνίας σου με τους διπλανούς σου. Είναι ο πνευματικός δίαυλος που σε ενώνει με τα χώματα σου, με τα τοπία του φωτός και των λιτών γραμμών –όσα δεν κατέστρεψες, με τις συνήθειες των ανθρώπων τού γενέθλιου τόπου σου, με τους προπάτορες σου –με όλους αυτούς τους προγενέστερους από εσένα οι οποίοι με τα ανδραγαθήματα και τις θυσίες τους συντάξαν την ελληνική Ιστορία. Αν κατάλαβες καλά η «βάση δεδομένων» δεν είναι το ξεχασμένο «εικονίδιο» στην άκρη της οθόνης τού υπολογιστή σου, που κατά λάθος ή ευκαιριακά μπορείς να το ανοίξεις στην επιφάνεια εργασίας σου για μια προσωρινή μεταχείριση, αλλά η μεγάλη εικόνα της πατρίδος και του εαυτού σου, το μεγάλο σεντούκι –που όμοιό του δεν υπάρχει, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Είναι το αιώνιο σπίτι σου, η ταυτότητά σου, αυτή που σε προσδιορίζει και σε ξεχωρίζει. Οφείλεις να την σεβαστείς, να την τιμήσεις και να την συνεχίσεις, εφόσον –όπως λες, παραμένεις Έλληνας. 
 
Είναι βαριά αυτή η ταυτότητα και γίνεται ασήκωτη ιδίως εάν θελήσεις να την μεταφέρεις στους σημερινούς συρμούς –για να την πας φρεσκότερη ακόμη πιο μακριά. Μπορεί οι ώμοι σου να μην αντέχουν αυτό το βαρύ φορτίο. Ίσως να μην φταις εσύ που καλείσαι να πληρώσεις την Ιστορία σου και να εξελίξεις τις ρίζες σου. «Είναι μεγάλο πρόβλημα να έχεις μεγάλη Ιστορία. Διότι, έχεις περισσότερες μνήμες απ’ ότι μπορείς να σηκώσεις» (Στήβεν Ράνσιμαν). Ευθύνεσαι όμως εσύ -και μόνο εσύ, εάν άφησες το σκουλήκι να περπατήσει και να εισχωρήσει ανεμπόδιστο στην καρδιά του απιδιού. Τότε, μείνε στην απόσυρσή σου -στων όχλων τα πανηγύρια και στους εορτασμούς του μηδενός, και άσε τις αμαγάριστες γενιές που θα έρθουν σε απροσδιόριστο επιόντα χρόνο να κάνουν το χρέος σου, αυτό που εσύ δεν τόλμησες. Θα έχουν στο πλάι τους τούς αιώνες της Ιστορίας. Θες δε θες, το μεθαύριο δεν αργεί και θα έρθουν τα εαρινά πουλιά. Θα βγουν οι καινούργιες σπίθες. «Παρά τον θάνατον, εις αιώνα τον άπαντα ακμάζομεν» (Ανδρέας Εμπειρίκος).