Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου, 2018 - 18:59

Τα Φάντομ δεν πέταξαν ποτέ...

Το 1974, τον μοιραίο εκείνο Ιούλιο, η Ελλάδα βρέθηκε με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Εξαιτίας της άφρονος ενέργειας του καθεστώτος των Αθηνών να ανατρέψει πραξικοπηματικώς τον Πρόεδρο της Κύπρου, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας απετέλεσε το καλύτερο πρόσχημα της Τουρκίας για την εισβολή της στη Μεγαλόνησο. Σε αυτή την εισβολή στην Κύπρο, στο «τρισεύγενο έθνος όπου γεννήθηκε η ελευθερία και το φως», κατά τον Καζαντζάκη, στην ουσία μια επιδρομή στον Ελληνισμό και την ατόφια Ρωμιοσύνη, πώς επιβαλλόταν να αντιδράσει η Ελλάδα;
 

Ενα βλέμμα, πολλά 'γιατι"
 
Ειπώθηκαν πολλά, ενδεχομένως σωστά, για το χάος που επικρατούσε στην ελληνική πολιτεία, και το πόσο ανέτοιμο ήταν το ελληνικό κράτος για μια πολεμική εμπλοκή με την Τουρκία. Αρκούσαν όμως όλα αυτά, στην περίπτωση βέβαια που ίσχυαν, ώστε η μητέρα-πατρίδα να μείνει απαθής στο δράμα που παιζόταν; Στη συμφορά εναντίον του ίδιου της του εαυτού; Την απάντηση δεν την έδωσαν ποτέ οι Έλληνες. Ίσα-ίσα που φρόντισαν να κρύψουν αλήθειες καθώς η ελληνική πολιτεία ουδέποτε διερεύνησε τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τον μοιραίο Ιούλιο του ’74. Ίσως από αίσθημα ενοχής. Αλλά, κάθε τραγωδία, όπως αυτή της Κύπρου, έχει πάντα πρωταίτιους. Και οι πρωταίτιοι δεν βρίσκονται μόνο σε αυτούς που προκάλεσαν την εισβολή, αλλά σε όλους εκείνους που δεν έπραξαν κατά το χρέος. Σε όλους αυτούς που άφησαν ανενόχλητο τον Τούρκο εισβολέα, σε δύο επιχειρήσεις Αττίλα-1 και Αττίλα-2, να καταλάβει το 37% του εδάφους της Κύπρου.

Στην ποινική δικονομία σε μία εγκληματική πράξη δεν υπάρχει μόνο η πρωτεύουσα κατηγορία του «φυσικού αυτουργού», αλλά και οι δευτερεύουσες εξίσου σοβαρές και καταδικαστέες• όπως αυτή του «ηθικού αυτουργού», του «φόνου εξ αμελείας», της «υπόθαλψης εγκληματία», της «έμμεσης συνέργειας», της «παράλειψης καθήκοντος» κ.ά.
 
Και μπορεί το ελληνικό κράτος να μην έδωσε ποτέ επίσημες και πειστικές απαντήσεις, ωστόσο, η απόκριση ήρθε από την απέναντι πλευρά, χρόνια αργότερα μετά την τραγωδία της Κύπρου. Από τον Τούρκο δημοσιογράφο Αλί Μπιράντ, από τους πλέον έγκριτους στη χώρα του. Ο οποίος στο βιβλίο του «Απόφαση-απόβαση» έγραψε ότι εάν υπήρχε αντίδραση του ελληνικού ναυτικού και της ελληνικής αεροπορίας ο τουρκικός στρατός θα είχε κατατροπωθεί. Και αντί, λοιπόν, να κατατροπωθεί η Τουρκία, κατατροπώθηκε ο Κυπριακός Ελληνισμός με τον εδαφικό ακρωτηριασμό του νησιού, τους 4.000 νεκρούς, τους 1.619 αγνοούμενους και τους 200.000 πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα.
 
Κάποιοι, λίγοι ή πολλοί, δεν έχει σημασία, μίλησαν για προδοσία και επίορκους. Ας αποφεύγουμε όμως καλύτερα τους χαρακτηρισμούς και δη τους ακραίους. Κανείς μας δεν είναι πιο πατριώτης από τον διπλανό (τίμιο) συμπατριώτη του. Σε όποιο κόμμα κι αν ανήκει, σε όποιο θεό κι αν πιστεύει. Ωστόσο γεγονός είναι (έχει διασταυρωθεί από πληθώρα στοιχείων και μαρτυριών) ότι: -ενώ τα δύο νεότευκτα και υπερσύγχρονα ελληνικά υποβρύχια βρίσκονταν σε πορεία στο χώρο της εισβολής για προσβολή του αποβατικού τουρκικού στόλου, πήραν εντολή να αλλάξουν πορεία προς Ρόδο. –ενώ το επιταγμένο οχηματαγωγό «Ρέθυμνον», με 500 αποφασισμένους εθελοντές-πολεμιστές, έμφορτο με πολεμοφόδια και ελαφρά άρματα μάχης, ήταν σε πορεία προς Κύπρο, 200 ν.μ. νότια της Ρόδου, πήρε διαταγή να κατευθυνθεί κι αυτό στη Ρόδο η οποία βαλλόταν (υποτίθεται) από τουρκικές δυνάμεις. –ενώ οι πιλότοι της ελληνικής αεροπορίας ζέσταιναν τις μηχανές των Φάντομ, έτοιμοι προς απογείωση, ήρθε διαταγή ματαίωσης της αεροπορικής επιχείρησης στην Κύπρο.
 
Δεν είμαι σε θέση να σας πω εάν εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του ’74 η Ελλάδα ήταν σε θέση για πόλεμο με την Τουρκία, αν και οι ειδικοί είχαν πει ότι η χώρα μας είχε ποιοτική υπεροπλία σε θάλασσα και αέρα. Αυτό που έμαθα είναι ότι όταν οι πιλότοι μας ζέσταιναν τις μηχανές των Φάντομ έκαναν τον σταυρό τους και μιλώντας μεταξύ τους μέσω ασυρμάτου, διαβίβαζαν με δάκρυα στα μάτια ο ένας στον άλλο: «ήρθε η ευλογημένη ώρα»…
 
Οι Έλληνες, όπως έχει αποδείξει η ιστορία μας, όταν βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο είχαν να επιλέξουν δύο δρόμους: ή να γίνουν ραγιάδες ή να γίνουν ήρωες. Το μαύρο καλοκαίρι του ’74 καταπώς φάνηκε δεν ακολούθησαν τον πεπρωμένο δρόμο του Ελληνισμού. Τον δρόμο τον σημαδεμένο από τη μοίρα και το καθήκον (Στρατής Μυριβήλης). Δεν ακολούθησαν το «βαθύ χτυποκάρδι», το «αρχοντονήσι από τόσο ελληνικό φως», το «νησί στην άκρα της Μεσόγειος θάλασσας», το «μοιρόγραφτο κέντρο όπου παίζεται η ηθική αξία του σημερινού ανθρώπου» (όλα του Καζαντζάκη). Όταν ακούω την Κύπρο μού έρχεται ένα δύσοσμο αγέρι. Ένα ξεροβόρι άκρας ταπείνωσης, κατευθείαν από τη γη των ηρώων του Αυξεντίου και του Παλληκαρίδη. Και τα δοξασμένα χρυσοπράσινα φύλλα που μας μεταφέρει μας πνίγουν στα πέλαγα των εθνικών λυγμών.