Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου, 2019 - 03:43

Προς επώδυνο συμβιβασμό ελέω ΔΝΤ

Με όρους 2015 το γεγονός ότι τα χρήματα στα κρατικά ταμεία επαρκούν μέχρι τα τέλη Μαΐου θα οδηγούσε στην ασφαλή εκτίμηση ότι η διαπραγμάτευση θα κρατήσει τουλάχιστον μέχρι τότε. Με σημερινούς ωστόσο όρους αυτό δεν φαίνεται καθόλου βέβαιο. Η κυβέρνηση δεν θέλει να φτάσει έως τότε. Τα στελέχη της διαπραγματευτικής ομάδας δουλεύουν ακόμα στο plan A, το οποίο προβλέπει το κλείσιμο της διαπραγμάτευσης το συντομότερο δυνατό προκειμένου να έρθει πιο κοντά μια λύση για το χρέος και να εξομαλυνθεί το επενδυτικό κλίμα. Σε αυτό το σενάριο δουλεύει με σιγουριά και η πλευρά των Βρυξελλών. Δεν είναι καθόλου βέβαιο, ωστόσο, αν αυτό το σενάριο είναι το βασικό και του ΔΝΤ.

Τα στελέχη του ΔΝΤ διερευνούν το περιβάλλον πάνω στο οποίο θα συντάξουν το νέο τριετές πρόγραμμα για την Ελλάδα. Εξ ου και η επιμονή τους για τη διευθέτηση του χρέους (κάτι που βολεύει την ελληνική πλευρά), αλλά και για τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της μείωσης της κρατικής συνταξιοδοτικής δαπάνης (κάτι που δεν βολεύει την ελληνική πλευρά).

Η όποια λύση, άρα και το ακριβές ύψος των περικοπών στο συνταξιοδοτικό, στην κατεύθυνση ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, θα περάσει υποχρεωτικά από αυτή τη συνάρτηση.
Το ΔΝΤ θα μπορούσε να συναινέσει είτε στην επέκταση των ωριμάνσεων του (ευρωπαϊκού) χρέους στα 70 χρόνια και σε μια 30ετή περίοδο χάριτος, λύση σχετικά ανέξοδη για τους Ευρωπαίους, είτε στον δανεισμό περισσότερων κεφαλαίων από την Ευρώπη προς την Ελλάδα προκειμένου να υπάρξει μια πιο σταδιακή προσαρμογή. Το θέμα είναι με ποια από τις δύο λύσεις χρειάζεται οι ευρωπαϊκές χώρες να προσφύγουν εκ νέου στα κοινοβούλιά τους, εξέλιξη που έχει αποκλειστεί από χώρες όπως η Γερμανία. Με δεδομένο ότι μάλλον η πρώτη λύση εξασφαλίζει συμφωνία χωρίς κοινοβούλια, αλλά οδηγεί σε δυσκολότερες αποφάσεις για την κυβέρνηση, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ένας επώδυνος συμβιβασμός μεταξύ κυβέρνησης και τρόικας βρίσκεται προ των πυλών.

Η διαχείριση αυτού του συμβιβασμού, πέραν των όποιων ανταλλαγμάτων σε ό,τι αφορά το χρέος ή τις συνθήκες χρηματοδότησης της οικονομίας (waver), περνάει σε κάθε περίπτωση από την εξεύρεση διεθνών επενδυτών, της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων προκειμένου να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Για την ώρα, το επιχειρηματικό κλίμα δείχνει να βαραίνει αντί να βελτιώνεται. Όσοι έβαλαν χρήματα στους δύο γύρους της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών διαπιστώνουν ότι οι ζημιές τους είναι κολοσσιαίες. Τις δύο πιο σημαντικές αποκρατικοποιήσεις στα χρόνια των μνημονίων που έγιναν πράξη το τελευταίο δίμηνο, αυτή των 14 περιφερειακών αεροδρομίων και αυτή του ΟΛΠ, δεν δείχνουν να τις υιοθετούν ως επιτυχίες τα στελέχη της κυβέρνησης. Ακόμα και τα περίφημα «κοράκια» των αγορών, τα οποία υποτίθεται ότι θα έπαιρναν τα σπίτια μας, εμφανίζονται απρόθυμα να συμμετάσχουν στις διαδικασίες απόκτησης πακέτων «κόκκινων» δανείων από τις ελληνικές τράπεζες.

Με αυτά και με αυτά, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να τρέξει να κλείσει μια ακόμα επώδυνη για τους πολίτες συμφωνία προκειμένου να βελτιώσει το κλίμα στην οικονομία και την επομένη των υπογραφών να βρεθεί με μηδενικό επενδυτικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό.