Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου, 2018 - 03:16

Ο αρχηγός και ο… μπουφόνος

"Είναι μοναχική δουλειά. Αν θέλεις να την κάνεις καλά, τότε πρέπει να μάθεις να δουλεύεις μόνος σου. Πρέπει να μάθεις να ζεις μόνος σου. Πρέπει να είσαι μοναχικός άνθρωπος. Οι καλύτεροι εκτελεστές έτσι είναι, όλοι. Γίνεται δυσκολότερο όσο μεγαλώνεις. Η ανάγκη να ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου".  (Malcolm Mackay,
Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, μτφρ.: Αλκ. Τριμπέρη, εκδ. Πόλις).
 
Το εισαγωγικό απόσπασμα αφορά σε έναν επαγγελματία δολοφόνο που μπλέκεται με τον υπόκοσμο της Γλασκώβης και η νέα δουλειά που αναλαμβάνει είναι να "καθαρίσει" έναν διακινητή ναρκωτικών. Οι σκέψεις που περιγράφονται παραπάνω είναι οι πρώτες που του περνούν από το μυαλό μόλις έχει τελειώσει την παραγγελιά του εργοδότη του που είναι ένα  από τα αφεντικά του οργανωμένου εγκλήματος της πόλης. 
 
Σε κάθε σοβαρή καταγραφή των δράσεων της μαφίας ή του οργανωμένου εγκλήματος τύποι που γενικώς φωνάζουν και διαλαλούν το ειρωνικό, κυνικό και αγοραίο ύφος τους, γεμάτο από τον τσαμπουκά μιας εξουσίας που τους ήρθε ξαφνικά,  έχουν συγκεκριμένους ρόλους, βοηθητικούς συνήθως. Κάνα σφουγγάρισμα, καφέδες - μπύρες, άντε και τίποτα logistics στην καλύτερη. Κάνα πτώμα στο πορτ μπαγκάζ στο ανώτερο στάδιο της δράσης, τα ψώνια της γυναίκας του μαφιόζου, τα παιδιά από το σχολείο, τη μεταφορά της κομμώτριας στο σπίτι και πίσω. 
 
Σε καμία περίπτωση δεν κάνουν τις σοβαρές δουλειές γιατί αυτές απαιτούν επίπεδο σκέψης όπως αυτό του εισαγωγικού αποσπάσματος. Το έχει πει άλλωστε και ο γλωσσολόγος - κοινωνιολόγος Basil  Bernstain όταν παρουσίαζε τις μελέτες του για τους κώδικες γλωσσικής επικοινωνίας που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι. Ένας είναι ο περιορισμένος κώδικας και ένας ο επεξεργασμένος. Τον πρώτο τον χρησιμοποιούν άνθρωποι περιορισμένης κουλτούρας, γνώσης και στενού πολιτισμικού περιβάλλοντος και τον δεύτερο άνθρωποι που έχουν απασχοληθεί με τον έναν ή άλλον τρόπο με την καλλιέργεια και την πνευματική τους υπόσταση.  
 
Αν ένας μελετητής του οργανωμένου εγκλήματος ανέλυε τη συμπεριφορά διαφόρων δημοσίων προσώπων της κεντρικής ελληνικής πολιτικής σκηνής, θα αναγκαζόταν να ξεσκονίσει τις γνώσεις του για τον γνωστό “μπουφόνο” του αφεντικού. Είναι η κατηγορία που χρησιμοποιείται για τη διασκέδαση των πραγματικών αφεντικών χαρίζοντας ικανοποίηση με την ψευδαίσθηση που έχουν νομίζοντας ότι υπηρετούν τον “σκοπό” ενώ αυτογελοιοποιούνται. Είναι αυτοί που αναλάμβαναν την τέρψη του κοινού, ιδίως αυτού που μοιραζόταν την ίδια ταπεινή καταγωγή και μοιραία τον “ανεπεξέργαστο” κώδικα επικοινωνίας. Για παράδειγμα, αυτό συμβαίνει ότι το κοινό σκάει στα γέλια με πορδές ‘ή σφαλιάρες. Τα ίδια τα αφεντικά ανέχονταν ακόμα και να τους σατιρίζουν γιατί, μεταξύ άλλων, έτσι ενίσχυαν την παρουσία και τον ρόλο τους. Και όλοι, μέσω της ακατάσχετης μπαρουφολογίας ήταν ευτυχισμένο και χαρούμενοι μέσα στο μεγάλο τους τίποτα… 
 
Είναι από τις φορές που το γέλιο ως κοινωνική θέση και στάση, δεν κάνει καλό. Γιατί απλώς νομιμοποιεί, με τον τρόπο, αυτόν τον επικίνδυνο ρόλο και παίζει με τη φωτιά. Ακόμα και, ως πρωτάνθρωπος, κάνοντας πλάκες με τους νεκρούς που αφήνει πίσω της… 
 
ΦΩΤΟ: Επαρχία ’60, ελληνικό σχολείο / Φωτό: Κωνσταντίνος Μάνος