Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου, 2019 - 09:05

Αθάνατος μαχητής

Ήταν ένα καταμεσήμερο καλοκαιριού. Η καυτή φωτοχυσία του ήλιου μοίραζε παντού ζωή. Γενναιόδωρα. Ο πολύς κόσμος, όπου κι αν βρισκόταν, απολάμβανε πασίχαρος τα δωρήματα της πιο χαμογελαστής εποχής του χρόνου. Τις εύσπλαχνες  αγαθοεργίες του μεγάλου Δημιουργού και Σκηνοθέτη. Τις αλόγιστες  απλοχεριές της φύσεως. Όλα ανέξοδα. Χωρίς, έστω, ένα μικρό συμβολικό αντίτιμο…

Σ’ έναν άλλο χώρο, στεγνό και βουβό, το τίμημα που έπεφτε ήταν βαρύ σαν το δάκρυ ενός παιδιού. Εκεί, ο ήλιος του θέρους δεν έβρισκε την πόρτα  ανοικτή για να περάσει μέσα. Ούτε καν το παραθυρόφυλλο επίτηδες ξεκούφωτο. Έστω, κάποια σχισμή στον άσπρο τοίχο, να σπρώξει από κει το καθάριο φως του μπας και πάρει πάλι μπροστά η φλόγα της ζωής. Μπας και ξεπηδήσει, τουλάχιστον, μια χρυσή σπίθα ελπίδας. Όλα τα περάσματα, την ώρα που έξω μοσχομύριζαν οι πικροδάφνες, δυστυχώς βρέθηκαν κλειστά. Ερμητικά μανταλωμένα με τον αποκρουστικό σιδερένιο ήχο του ανάλγητου τέλους. Στη μέση του νοσοκομειακού δωματίου –τι άλλο;- ένα κρεβάτι οδύνης με μια κατακαημένη γυναίκα. Αμίλητη κι εξαντλημένη από την πολυήμερη νοσηλεία της. Με τον γερασμένο χρόνο ριγμένο πισώπλατα σαν μαχαιριά στα λευκά μεταξένια μαλλάκια της. Κι όμως πρόσμενε. Τι καρτερούσε, άραγε; Μα τι άλλο, τη ζωή. Κι ας διέκρινε η θολή ματιά της τον μαύρο θάνατο να έχει κυλήσει πονηρά στις ρυτίδες τής ταλαίπωρης ζωής της. Πολύ πιο απλά, ήθελε να ζήσει κι άλλο. Να κερδίσει, την τελευταία ώρα, την μεγάλη νίκη της, αυτή που ίσως δεν πρόλαβε ποτέ να πετύχει μια ολόκληρη ζωή. Αποζητούσε το ανθρώπινο, να πεταχτεί έξω στον ήλιο και το φως, να χαρεί τις στερημένες χαρές…

Δεν μπορούσε να μιλήσει. Όλα γύρω της είχαν κατασιγάσει. Αίφνης, η σκοτεινιασμένη ματιά της έπεσε σαν κόκκινος κεραυνός στο παλικάρι της. Στεκόταν δίπλα της, ξενυχτισμένο στην αγωνία των πικρών στιγμών. Άγρυπνο σε παρακλητικές προσευχές, με την υγρή ματιά του να χαϊδολογεί τρυφερά το κάτισχνο κορμάκι της. Σαν να ζεστάθηκε το πρόσωπό της. Σαν να πέταξε φτερά  η ξεψυχισμένη απαντοχή της. Κρεμάστηκε ικετευτικά από τον γιο της. Όμως, κι αυτό το παιδί τι μπορούσε να κάνει αφού όλα πλέον είχαν κριθεί; Μόνο βιγλάτορας ψυχών μπορούσε να ήταν εκείνη τη στιγμή. Έτσι που ήταν, αιχμάλωτος στο δεσμωτήριο της καταναγκαστικής σιωπής, αυτό που μπορούσε να κάνει εκείνη την στιγμή, ήταν –με τις μνήμες της στοργής της να του έχουν βουρκώσει το μυαλό, να προσέχει τις προετοιμασίες των αγγέλων. Τις τελετουργίες του αναπότρεπτου πεπρωμένου. Το θέλημα του Θεού…

Μάνα και γιος, αλληλοκοιτάχθηκαν. Χτυπήθηκαν δυνατά οι ματιές τους, όσο ποτέ άλλοτε. Διασταύρωσαν τις καρδιές τους σ’ ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια της ζωής τους. Τα βαριά ματόφυλλα της μάνας κατάφεραν να σκιρτήσουν με κόπο, να ανοιγοκλείσουν δυο – τρεις φορές, κάτι σαν απεγνωσμένη φωνή σωτηρίας. Κάτι σαν αγωνιώδες κάλεσμα –ίσως και σαν επιτακτική εντολή, για χείρα βοηθείας από το παιδί της. Μα πώς να ανταποκριθεί στο κάλεσμα όσο κι αν το ήθελε, όταν φαινόταν ξεκάθαρα ότι η κατάσταση είχε πάψει να είναι πια εγκόσμια; Μα πώς να βοηθήσει, όταν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο είχαν πάρει πλέον οι επουράνιες θελήσεις;

Βοήθεια δεν ήρθε από πουθενά. Ό,τι ήταν να γίνει, είχε ήδη γίνει όλες τις προηγούμενες ώρες και ημέρες. Είδε και αποείδε η μεταξένια γυναίκα. Τα ψήγματα της ζεστασιάς και της γλυκάδας, που την είχαν διαπεράσει προς στιγμή,  αποτραβήχτηκαν αποκαρδιωμένα μονομιάς. Ηττημένα. Το μάτι έγινε πιο μαύρο. Πιο άγριο και ταυτόχρονα περισσότερο φοβισμένο. Η έκφραση έγινε τελείως επιθετική. Ένας ωκεανός εχθρότητας, ίσως και αναθέματος, θα της πλημμύρισε στα σίγουρα και τις πιο μακρινές και βαθιές γωνιές της καρδιάς της.  Πώς να πιστέψει, την στιγμή της πιο ακραίας απογνώσεως και της υπέρτατης παρακλήσεως της, ό,τι, το αποκούμπι της παρέμενε δίπλα της δειλό και άπραγο; Εάν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεββάτι, να βάλει τις φωνές, θα το ’κανε. Πάντοτε ξεσηκωνόταν αυτή η γυναίκα όταν την έπνιγε το δίκιο. Να διαμαρτυρηθεί, να ξεσκίσει αδικίες κι ατιμίες. Αχαριστίες και κακοσύνες. Και μετά, ηρεμούσε. Με την αντοχή και την υπομονή, όπως τα δέντρα καρποφορούν και η γη πρασινίζει, περίμενε την δικαίωσή της –που πότε ερχόταν και πότε όχι…  

Φάνηκε να αισθάνθηκε προδομένη από το παιδί της. Έδωσε την τελευταία διαταγή, να σωθεί η ζωή της. Με απότομες κινήσεις του κεφαλιού της, απαίτησε να της αφαιρεθούν τα ιατρικά σωληνάκια που κατέληγαν πάνω της. Νόμισε, στη σαλεμένη ώρα, πως αυτά διοχέτευαν τον θάνατο στο κορμί της. Μα και πάλι κανένας θόρυβος ζωής –όπως εκείνη τον εννοούσε, δεν ακούστηκε από πουθενά. Κανείς δεν τόλμησε να ανταποκριθεί στην προσταγή της…

Στη σαλεμένη εκείνη ώρα, ο γιός δεν είχε το δικαίωμα να συνεριστεί τη μητέρα του για όλα αυτά που φανταζόταν. Είχε γονατίσει μπροστά της, ακουμπώντας τα χέρια του πότε στο βαρυφορτωμένο κεφαλάκι της και πότε στα αδυνατισμένα ποδαράκια της. Ώσπου έγινε το μεγάλο θαύμα. Αιφνιδίως, τα μάτια της –τα τόσο παγωμένα και τα τόσο άδεια εκείνη την στιγμή, πύρωσαν πάλι από ζεστασιά. Γιόμισαν από αγάπη και καλοσύνη. Το προσωπάκι της ευφράνθηκε από  ευγνωμοσύνη προς τον γιο της, μ’ ένα πονεμένο και αχνό χαμόγελο να ανοίγει τα πέταλα του στη θωριά της.  Πρόλαβε, πριν ενωθεί με τον Θεό, να δώσει την τελευταία οδηγία της. Τη τελευταία μητρική καθοδήγηση. Μ’ ένα νεύμα κάλεσε το παιδί της της να ανασηκωθεί. Ν’ ακουμπήσει το πρόσωπό του επάνω της. Η υπόδειξή της εισακούστηκε. Δυο ζεστά μάγουλα μαζί με δάκρυα ενώθηκαν. Τα χείλη της ανοιγόκλεισαν ανάλαφρα, μεταγγίζοντας όσες τελευταίες σταγόνες δροσιάς είχαν απομείνει, δωρίζοντας την απεραντοσύνη της ψυχούλας της. Αυτό το κοπιώδες σκίρτημα των χειλιών της δεν ήταν τίποτε άλλο από το σιγανό φιλί της ευλογίας και το ηχηρό ψιθύρισμα της ευχής της. Λίγο μετά, μοσκοβολιές από γιασεμιά και αγιοκλήματα στεφάνωσαν το ξέπνοο σώμα της.  Με την λευκή γαλήνια ματιά της παγωμένη ψηλά -εκεί προς τον Θεό. Προς την αιωνιότητα. Ήταν ο άνθρωπος μου, ολόκληρος ο κόσμος μου. «Ζωή και θάνατος, και τα δυο γιγάντια και μεγαλόπρεπα».