Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου, 2022 - 12:10

Γιατί η Σμύρνη αντί της Κωνσταντινούπολης;

Η πρώτη προσφυγιά

Χιλιάδες Έλληνες εστάλησαν στα βάθη της Ανατολής, στα «αμελέ ταμπουρού», για καταναγκαστική εργασία–σε βαριές δουλειές στην οδοποιία, τα ορυχεία, τους αγρούς κ. ά, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες με αποτέλεσμα να υποκύπτουν. Σε δεκάδες χιλιάδες εκτιμώνται οι θάνατοι των Ελλήνων Μικρασιατών στα τάγματα εργασίας.

Όλο αυτό το περιβάλλον εξανάγκασε περίπου 150.000 Έλληνες Μικρασιάτες, την περίοδο 1913 – 1914, να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταφύγουν στην Ελλάδα. Συνολικά, οι Έλληνες που εγκατέλειψαν τις εστίες τους λόγω των τουρκικών διωγμών, από το 1913 έως τον Οκτώβριο του 1918 –όπου η ηττηθείσα Τουρκία συμφώνησε ανακωχή στον Μούνδρο της Λήμνου-, ανέρχονταν «μεταξύ 500.000 και 755.000 ατόμων. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν και οι εκτοπισμένοι εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». (Άγγελος Συρίγος – Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Μικρασιατική Καταστροφή, 50 ερωτήματα και απαντήσεις». Εκδόσεις ‘‘Πατάκη’’).

Με την «Πρώτη Προσφυγιά», με τους Μικρασιάτες Έλληνες να έχουν καταφύγει στη Μυτιλήνη, τη Χίο και τη Θεσσαλονίκη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος. Φοβούμενος τα χειρότερα, ακόμη κι έναν πόλεμο –που ήθελε να αποφύγει πάση θυσία, ήρθε σε διαπραγμάτευση με την Τουρκία. Στο τραπέζι των συζητήσεων τέθηκε το καθεστώς στα νησιά του Β.Α. Αιγαίου και η ανταλλαγή ελληνικών και μουσουλμανικών πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών. Η κήρυξη, ωστόσο, του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου «πάγωσε» το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής συμφωνίας. Η «πληγή», των διώξεων των ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και το θέμα των νησιών, παρέμεινε ανοικτή -με ότι κινδύνους εγκυμονούσε για το μέλλον. Ο Μεγάλος Πόλεμος για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όπως το νόμισε, ήταν μια μεγάλη περίσταση για να κλείσει την «πληγή» -όταν αυτός θα τελείωνε νικηφόρος για την Αντάντ. Θεώρησε ως ευκαιρία το γεγονός ότι Μεγάλες Δυνάμεις θα επιτίθεντο για πρώτη φορά στην Τουρκία (η οποία τελικά προσχώρησε στο αντίπαλο στρατόπεδο – Κεντρικές Δυνάμεις), και για αυτό από την πρώτη στιγμή που κηρύχθηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, έχοντας στον νου του τη Σμύρνη, επιδίωξε να συμπαραταχθεί η Ελλάδα με το μέρος της «Εγκάρδιας Συνεννόησης». Με την νίκη της τελευταίας όπως προέβλεπε, θα επέβαλε ως σύμμαχός της την προστασία των Ελλήνων Μικρασιατών και θα εξανάγκαζε την παλινόστηση στις εστίες τους όλων των προσφύγων. Για αυτόν τον λόγο όταν δόθηκε από τους Συμμάχους η εντολή στρατιωτικής παρουσίας της Ελλάδας στη Σμύρνη (Απρίλιος – Μάιος 1919), ο Ε. Βενιζέλος είπε απερίφραστα χωρίς δεύτερη σκέψη –και χωρίς να συμβουλευτεί κανέναν- το μεγάλο «Ναι».

Οι Σύμμαχοι ζητούν από την Ελλάδα την παραχώρηση της Αν. Μακεδονίας

Ο Βενιζέλος συμφωνεί

Μόνο, που  οι δυνάμεις της «Τριπλής Συνεννόησης», όταν ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος, μόνο την Ελλάδα δεν είχαν προτεραιότητα στον νου τους, παρά την Τουρκία -που ήταν ακόμη αμφιταλαντευόμενη για την συμμετοχή της- στην οποία υποσχέθηκαν πλήρη εδαφική ακεραιότητα αρκεί να κρατούσε ουδέτερη στάση. Την προσχώρηση της Ελλάδας στην Αντάντ αποθάρρυνε και η Ρωσία, η οποία ήθελε να είναι η μόνη διεκδικήτρια χώρα στη «λεία» της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα, η Αντάντ, με νότα των πρεσβευτών της προς την κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου, ζήτησε να παραχωρήσει η Ελλάδα εδάφη τής Ανατολικής Μακεδονίας προς την Βουλγαρία –αποσκοπώντας στην ικανοποίηση της τελευταίας έτσι ώστε με την επανάκτηση των χαμένων της εδαφών από τον β΄ βαλκανικό πόλεμο να μην ενταχθεί στον αντίπαλο συνασπισμό.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν είχε αντίρρηση να παραχωρηθούν άμεσα στην Βουλγαρία, η Καβάλα, η Δράμα και οι Σέρρες, αρκεί αυτό μεταπολεμικά να επέφερε στην Ελλάδα μεγαλύτερα εδαφικά ανταλλάγματα (στη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, εάν και εφόσον είχε κερδηθεί από την Αντάντ). Ποια ήταν αυτά τα ανταλλάγματα; Εκείνα που μονίμως είχε στη σκέψη του –εδάφη στην Μικρά Ασία. Τη Σμύρνη. Για τους Συμμάχους, φυσικά, δεν κόστιζε τίποτε στο να δώσουν μία υπόσχεση που θα αφορούσε στο απώτερο (και ακαθόριστο) μέλλον –σε μια χρονική στιγμή μάλιστα που ήταν ακόμη αβέβαιη η έκβαση του πολέμου. Γενικά και αόριστα έταξαν στην Ελλάδα εδαφικές παραχωρήσεις στο βιλαέτι του Αϊδινίου. Το πώς εξισώνεται μία άμεση παραχώρηση εθνικών εδαφών με μία μακροπρόθεσμη επισφαλή υπόσχεση, ήταν πραγματικά ένα μεγάλο ερώτημα.

 Αν κάτι δεν προχώρησε είναι το γεγονός, ότι τόσο η Βουλγαρία όσο και η Τουρκία, προσχώρησαν τελικά στις αντίπαλες δυνάμεις της Αντάντ, στην Τριπλή Συμμαχία, ευελπιστώντας σε μεγαλύτερα εδαφικά κέρδη.   

Γιατί η Σμύρνη αντί της Κωνσταντινούπολης;

Γιατί ήταν τόσο μεγάλη η επιμονή του Ε. Βενιζέλου για τη Σμύρνη –αντί της πιο ιστορικής και πιο ένδοξης έδρας της Ελληνικής Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, της Κωνσταντινούπολης; Πρώτον: πίστευε ότι οι Σύμμαχοι της Αντάντ ήθελαν για λογαριασμό τους την Κωνσταντινούπολη και δεν θα συνηγορούσαν κατ’ ουδένα τρόπο στην εκχώρησή της στους Έλληνες. Συνεπώς, δεν ήθελε μαζί τους μια αντιπαράθεση, η οποία ούτως η άλλως θα ήταν ατελέσφορη. Η πεποίθηση του αυτή είχε δυνατή δόση ρεαλισμού, όχι όμως απόλυτα κραταιού. Η αγγλική πολιτική, τουλάχιστον σε ένα πρώτο βαθμό συνομιλιών, δεν είχε αντίρρηση για την παράδοση της πάλαι ποτέ Βασιλεύουσας στην Ελλάδα, και στην Συνδιάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι «άνοιξε» τη σχετική συζήτηση. Ήταν παροιμιώδης η απάντηση που έδωσε ο Ε. Βενιζέλος στον διπλωμάτη Χάρολντ Νίκολσον –που μαζί με τον Άρνολντ Τόινμπι- λειτουργούσε ως εμπειρογνώμων του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών: «Είμαι ο μόνος Έλλην επί γης που αρνείται την Κωνσταντινούπολη». Δεύτερον: θεωρούσε άμεσης προτεραιότητας την διάσωση των ελληνικών πληθυσμών της Σμύρνης / Δυτικής Μικράς Ασίας, οι οποίοι ήταν πολυπληθέστεροι των αντίστοιχων της Κωνσταντινούπολης. Τρίτον: η Σμύρνη βρισκόταν σε οικονομική άνθηση και συγκέντρωνε τεράστιες βιομηχανικές και εμπορικές προκλήσεις, καθώς και μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες –σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη, που παρά την αίγλη της και την γεωπολιτική της βαρύτητα, βρισκόταν σε τροχιά παρακμής και οικονομικού μαρασμού.

Για την πολιτική του Ελευθέριου Βενιζέλου και την επιμονή του στη Σμύρνη, ειπώθηκε από διάφορους πολιτικούς κύκλους ότι, αυτή υπαγορεύτηκε αποκλειστικά από την οικονομική άνθηση της περιοχής. Ότι η Ελλάδα συμμετείχε σ’ έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο μόνο και μόνο για να κατακτήσει έναν εύρωστο οικονομικά χώρο, προωθώντας ο πρωθυπουργός της τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης, η οποία αναζητούσε στην Ανατολή και ιδιαίτερα στη γη της Ιωνίας επενδυτικές ευκαιρίες. Ότι το κίνητρό του ήταν να προωθήσει την εσωτερική αγορά της Ελλάδας στην αντίστοιχη της Σμύρνης. Όχι πως ο Ε. Βενιζέλος δεν έλαβε υπόψη τα «οικονομικά στοιχεία» της Σμύρνης, άλλωστε στα υπομνήματα του προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον Ιανουάριο του 1915, μετ’ επιτάσεως ανέφερε ότι η επιλογή του «υπό έποψιν πλούτου η αξία είναι μεγίστη», αλλά η άποψη περί ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι αθεμελίωτη.

Ο προσανατολισμός τού Ελευθέριου Βενιζέλου στη Σμύρνη είχε πρωτίστως εθνικά κίνητρα, έφερε ως οραματισμό την Μεγάλη Ιδέα και είχε ως πυρήνα την προστασία του ελληνικού πληθυσμού –και όλα τα υπόλοιπα συνακολουθούσαν. Εάν στον σχεδιασμό του δεν είχε υπολογίσει όλες τις παραμέτρους τού μεγάλου εγχειρήματος που είχε αναλάβει, ίσως να είναι ένα σοβαρό θέμα προς διερεύνηση –το οποίο όμως παρασάγγας απέχει από την «φτηνή» εκδοχή του επεκτατικού – κατακτητικού πολέμου. Και μπορεί η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων να εμπεριείχε τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα για την απόσπαση παραδείγματος χάριν από την οθωμανική Τουρκία των πετρελαιοπηγών της Μεσοποταμίας – σημερινό Ιράκ (Μοσούλης) –αλλά η Ελλάδα με τον στρατό της τι να ήθελε άραγε, να κατακτήσει στη Σμύρνη τους δικούς της ανθρώπους, τους Έλληνες; Με το ίδιο σκεπτικό, κατακτητικοί ήταν οι δύο βαλκανικοί πόλεμοι της Ελλάδος 1912 – 1913, μόνο που ποτέ δεν χαρακτηρίστηκαν έτσι –παρά μόνο εθνικοί και απελευθερωτικοί.

Για ιμπεριαλιστικό - κατακτητικό πόλεμο έκαναν λόγο δυο πλευρές, η κάθε μία για την δική της σκοπιμότητα, αλλά με κοινό παρονομαστή. Η μια πλευρά ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ ο οποίος ήθελε να προσδώσει στο κίνημά του εναντίον των Ελλήνων «κατακτητών» χαρακτήρα «απελευθερωτικού αγώνα», και η άλλη πλευρά ήταν το ΚΚ Ελλάδος (τότε ΣΕΚΕ - Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος) το οποίο δεν μπορούσε, παρά να είναι συμπορευόμενο στη «γραμμή» της σοβιετικής Ρωσίας – το καθεστώς της οποίας (Λένιν) είχε συμμαχήσει με τον Κεμάλ.

Οι θιασώτες των προαναφερόμενων απόψεων δεν έλαβαν υπ’ όψη στην κρίση τους δύο σοβαρά στοιχεία: Πρώτον: ο ελληνικός στρατός βρέθηκε στη Μικρά Ασία σε περιοχές με εδραιωμένη την ελληνική ιστορική συνείδηση - μνήμη. Σε περιοχές με συμπαγείς ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς, που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, που ακολουθούσαν τα πατροπαράδοτα ελληνικά ήθη και έθιμα –με προγονική παρουσία 3.000 ετών. Τουτέστιν, τα εδάφη της Μικράς Ασίας ήταν σε υποδούλωση –ήταν κατ’ οντότητα εδάφη ξεκάθαρα ελληνικά. Δεύτερον: οι πληθυσμοί αυτοί, λόγω της ελληνικότητας τους, και για κανέναν άλλο λόγο, υφίσταντο απηνείς διωγμούς.