Παρασκευή, 17 Αυγούστου, 2018 - 04:54

Σεπτεμβριανά: Φθινοπωρινή Οδύνη

Αν τα Σεπτεμβριανά ήταν πίνακας ζωγραφικής ίσως ο πιο ταιριαστός τίτλος να ήταν: «Φθινοπωρινή οδύνη». Εξήντα χρόνια μετά τη νύχτα των κρυστάλλων του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης η τραγωδία του 1955 παραμένει ανεξίτηλη στη μνήμη.

Πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων κατά τη διάρκεια των Σεπτεμβριανών

Άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα ακούνε ακόμα τον φριχτό ήχο των λοστών με τους οποίους ο όχλος έσπαγε τα σπίτια και τα καταστήματα των Ρωμιών. Ακούνε ακόμα τις κραυγές των θυμάτων. Πολλοί μίλησαν για «δεύτερη άλωση». Ένα πογκρόμ που άρπαξε βίαια από την Πόλη τον κοσμοπολιτισμό. Σαν να ξεριζώθηκε το αιώνιο σύμβολό της: η Ρωμιοσύνη.

Το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου στην πλατεία Ταξίμ ξέσπασαν οι «προσχεδιασμένες» -όπως αποδείχτηκαν- ταραχές κατά τις οποίες δολοφονήθηκαν, βιάστηκαν και ξεριζώθηκαν χιλιάδες Έλληνες. Ήταν τότε που ο κυπριακός αγώνας για αυτοδιάθεση της Κύπρου είχε τρομοκρατήσει τους Άγγλους, οι οποίοι φοβόντουσαν μήπως πάψουν να είναι η μόνη κυρίαρχη δύναμη στη Μεγαλόνησο. Έτσι, οι «σκοτεινές» δυνάμεις της Τουρκίας έβαλαν μπροστά το σχέδιο εξόντωσης του Ελληνισμού της Πόλης και με πρόσχημα μία έκρηξη στο τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη άρχισε το πογκρόμ.

«Το ’55 ήμουν εκεί. Τριών χρονών παιδάκι τότε. Οι μνήμες είναι έντονες μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών μου. Η μνήμη για τους λαούς είναι σημαντική ώστε να μην επαναληφθεί κάτι ανάλογο στο μέλλον. Πρέπει να μάθει ο κόσμος τα βιώματά μας. Να μάθει για τις λεηλασίες. Να μάθει για τους βιασμούς. Να μάθει ότι υπήρχαν Τούρκοι γείτονές μας που μας προφυλάξανε από τους βανδάλους. “Φύγετε”, μας έλεγαν. Ήρθανε να μας ειδοποιήσουν για να προστατευτούμε», λέει στην «Boulevard» η Κωνσταντινοπολίτισσα Ελισάβετ Κόβη.

Το ιστορικό πρωτοσέλιδο της Βραδυνής (8 Σεπτεμβρίου 1955)

Προσθέτει δε το παράπονό της: «Μεγάλωσα με τον καημό ότι εμείς οι Κωνσταντινοπολίτες νιώθουμε καμιά φορά σαν να μην υπάρχουμε. Τα Σεπτεμβριανά δεν αναφέρονται ούτε στα σχολικά βιβλία της Ελλάδας ούτε της Τουρκίας. Ένα γεγονός που μας σημάδεψε δεν γίνεται γνωστό στη νεολαία μας».

Οι ιστορικοί αναλυτές συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι ο ρόλος του Τύπου της εποχής ήταν καθοριστικός. Αυτό αναδείχθηκε και στην εξαιρετική έκθεση που διοργανώθηκε στις αρχές του τρέχοντος μήνα στην Αθήνα από την Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηνών.

«Μέσω του Τύπου τότε έπαιξαν τα παιχνίδια τους. Οι τουρκικές εφημερίδες με προεξάρχουσα την “Ινσταμπούλ Εξπρές” διόγκωσαν ενορχηστρωμένα τα γεγονότα. Το πρωτοσέλιδό της με την έκρηξη στο τουρκικό προξενείο και τίτλο “κατέστρεψαν το σπίτι του πατέρα μας” έγινε σημαία για τους παρακρατικούς. Σε μία περίοδο που ο εθνικισμός στην Τουρκία βρίσκεται και πάλι σε έξαρση η γνώση των Σεπτεμβριανών μπορεί να αποδειχθεί χρυσός. Χωρίς να σημαίνει ότι θέλουμε να ξύσουμε πληγές και χωρίς να σημαίνει ότι για ό,τι έγινε ευθυνόταν ο τουρκικός λαός. Όχι. Το τουρκικό παρακράτος ευθυνόταν και οι μυστικές υπηρεσίες», δηλώνει στην «Boulevard» η Λόλα Βελόνα, διευθύντρια Πολιτισμού του Δήμου Αθηναίων.

Πέρα, όμως, από τα βρώμικα παιχνίδια των εφημερίδων, σώζεται υλικό από αυτές που μας δίνουν εικόνα για τις εικόνες καταστροφής. Ενδεικτική είναι η δημοσίευση στην εφημερίδα «Milliyet» στις 07 Σεπτεμβρίου 1955:

«Προπαντός, οι δρόμοι μεταξύ του Γαλατά Σαράι και του Τουνέλ ήταν πλήρως καλυμμένοι με κουρέλια και κομμάτια από γούνες. Στους δρόμους ήταν πεταμένα ψυγεία, ηλεκτρικές σκούπες, γλυκά, καραμέλες, τόπια με ύφασμα, πουκάμισα, γραβάτες, και τα υπολείμματα ενός μανάβικου. Πίσω από τα τραμ, αυτοκίνητα και λεωφορεία είχαν δέσει με σπάγκους ψυγεία, ραπτομηχανές και γραφομηχανές και τα έσερναν στους δρόμους. Όλα τα αντικείμενα στα μαγαζιά καταστρέφονταν το ένα μετά το άλλο».

Ο συγγραφέας Αναστάσιος Ιορδάνογλου έζησε από κοντά τα Σεπτεμβριανά. Μιλώντας στην «Boulevard» εκφράζει την αδυναμία του να περιγράψει τις σκηνές λόγω βαθιάς συγκινησιακής φόρτισης και παραπέμπει σε παλιότερη περιγραφή του:

«Είχαν καταστρέψει το σπίτι της γιαγιάς μου. Όταν πήγα εκεί δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Πόρτες και παράθυρα δεν υπήρχαν πια. Ψυγεία, ράφια και καθρέφτες είχαν γίνει κομμάτια και βρίσκονταν πεταμένα έξω από το σπίτι. Είχαν σκίσει τα στρώματα και τα παπλώματα και είχαν σκορπίσει παντού το βαμβάκι. Είχαν κουρελιάσει ρούχα, παπούτσια, κουβέρτες και χαλιά και όλα τα πιατικά είχαν θρυμματιστεί σε χιλιάδες κομμάτια. Είχαν διαλύσει τον σκελετό των κρεβατιών και είχαν τσακίσει με τσεκούρι τους πολυέλαιους, το σκρίνιο, τα τραπέζια, τις καρέκλες και τις πολυθρόνες. Πάνω στο πάτωμα υπήρχε μια άμορφη μάζα από ξύλο, κάρβουνο και γυαλί, μαζί με αλάτι, ζάχαρη, λάδι και αβγά. Η σόμπα ήταν επίσης κομματιασμένη και μ' ένα ψαλίδι είχαν αχρηστεύσει ό,τι περιείχαν κάποιες βαλίτσες».


 
Τηλεγράφημα στο State Department

Η Κάθριν Μπράκεν ήταν το 1955 πρόξενος των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη. Η έκθεση που απέστειλε στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών λίγο μετά τα γεγονότα είναι αποκαλυπτική. Και αυτό γιατί κάνει λόγο για «σκόπιμη παρερμήνευση της έκρηξης στη Θεσσαλονίκη», «όργιο σχεδιασμένων βανδαλισμών» και «σκόπιμη απραξία της Αστυνομίας απέναντι στους ταραξίες».

«Κατά τη διάρκεια του απογεύματος της 6ης Σεπτεμβρίου η Κωνσταντινούπολη πληροφορήθηκε τη βομβιστική ενέργεια στη Θεσσαλονίκη. Το περιστατικό παρερμηνεύτηκε αμέσως σκόπιμα ως επίθεση στη γενέτειρα του Ατατούρκ (…) Μετά από αυτά η οργάνωση “Η Κύπρος είναι τουρκική” εξέδωσε ανακοίνωση που αποτελούσε ουσιαστικά κάλεσμα στα όπλα των διαδηλωτών (…) Παρότι η κυβέρνηση δεν ενέκρινε καμία διαδήλωση η αστυνομία δεν επενέβη σε καμία περίπτωση ούτε προσπάθησε να ελέγξει την αρχική συγκέντρωση στην πλατεία Ταξίμ. Αργότερα, οι δυνάμεις της τάξης ήταν ελάχιστες σε σχέση με τους διαδηλωτές, ενώ καμία προσπάθεια δεν έγινε για να ελεγχθεί ο όχλος μέχρις ότου οι καταστροφές επεκταθούν», αναφέρει το τηλεγράφημα.

Ακόμα και στις μέρες μας, παρά τα ιστορικά αποδεικτικά στοιχεία που καθιστούν την τότε κυβέρνηση Μεντερές συνυπεύθυνη για τις εγκληματικές ενέργειες του εξαγριωμένου πλήθους, η επίσημη τουρκική ιστοριογραφία αρνείται τον χαρακτηρισμό «πογκρόμ».
 
Η πυρκαγιά της μνήμης
 
Το έγκλημα ήταν οργανωμένο. Στη Θεσσαλονίκη ένας 20χρονος, ο Οκτάι Ενγκίν, υπάλληλος του τουρκικού προξενείου, έγινε το πρώτο μέλος της μουσουλμανικής μειονότητας που φοιτά στη Νομική Σχολή. Ο φέρελπις νέος, σύμβολο τότε της γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, χρησιμοποιήθηκε από «σκοτεινές» δυνάμεις της γείτονος χώρας για να πυροδοτηθεί η κρίση.

Ο Ενγκίν παρέλαβε στις 3 Σεπτεμβρίου 1955 τη βόμβα που τοποθετήθηκε τρεις μέρες αργότερα στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης. Στις 4 Σεπτεμβρίου ο 20χρονος ανέλαβε να ξεναγήσει το ελληνικό βασιλικό ζεύγος στο πρώτο τουρκικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ενώ την ίδια ημέρα η σύζυγος του Τούρκου προξένου στη Θεσσαλονίκη φωτογραφιζόταν στο κτίριο του προξενείου συμβάλλοντας στο κλίμα ελληνοτουρκικής φιλίας.

Τα ξημερώματα της 6ης Σεπτεμβρίου, ωστόσο, άλλαξαν όλα. Μία μικρής έντασης έκρηξη στο τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη από τη βόμβα του Ενγκίν γίνεται αφορμή για οργανωμένο ξεσηκωμό στην Κωνσταντινούπολη. Δεν προλαβαίνουν να περάσουν λίγες ώρες και η εφημερίδα «Ινσταμπούλ Εξπρές» κυκλοφορεί εκτάκτως για να προλάβει τα νέα. «Του πατέρα μας το σπίτι καταστράφηκε», ήταν ο τίτλος προσδίδοντας διαστάσεις που δεν υπήρχαν στο θέμα και δείχνοντας παράλληλα το ρόλο όξυνσης που είχε αναλάβει ο Τύπος της εποχής.

Ο πρωτοσέλιδος τίτλος της τουρκικής εφημερίδας (Εβαλαν βόμβα στο σπίτι του πατέρα μας) που πυροδότησε το πογκρόμ κατά των Ελλήνων

Η εφημερίδα ισχυριζόταν ότι στο σημείο της έκρηξης βρισκόταν το σπίτι όπου μεγάλωσε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Τον τίτλο συνόδευε η μονταρισμένη –κατά πολλούς– φωτογραφία της συζύγου του Τούρκου προξένου στη Θεσσαλονίκη, η οποία μετά το περιστατικό εγκατέλειψε την πόλη.

Η εφημερίδα έγινε σημαία στα χέρια της φοιτητικής οργάνωσης «Η Κύπρος είναι τουρκική», η οποία κάλεσε σε συγκέντρωση στην πλατεία Ταξίμ. Γεγονός είναι ότι στην πλατεία δεν βρέθηκαν μόνο φοιτητές αλλά και χωροφύλακες που είχαν ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη μαζικά με τρένα με την «προσωπίδα» του διαδηλωτή. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν ήταν παρά υποκινούμενα άτομα του κυβερνώντος Δημοκρατικού Κόμματος και των μυστικών υπηρεσιών που είχαν καταφέρει να παρεισφρήσουν και στη φοιτητική οργάνωση «Η Κύπρος είναι τουρκική». Δεν είναι τυχαίο ότι οι καταστροφείς είχαν γνώση για το ποια είναι τα μειονοτικά σπίτια και καταστήματα.

Το αποτέλεσμα τραγικό για τον Ελληνισμό της Πόλης. Απάνθρωπες λεηλασίες ξέσπασαν το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου σε ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη: Τουλάχιστον 30 Έλληνες δολοφονήθηκαν και εκατοντάδες κακοποιήθηκαν βάναυσα. Σε περίπου 2.000 υπολογίζονται από τους κύκλους της ομογένειας οι βιασμοί, αν και επισήμως καταγγέλθηκαν μόνο 200.

Μέσα σε περίπου εννιά ώρες καταστράφηκαν ολοσχερώς 1.004 σπίτια, ενώ άλλα περίπου 2.500 υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Στάχτη έγιναν 4.348 καταστήματα, 27 φαρμακεία, 26 σχολεία, 5 πολιτιστικοί σύλλογοι, οι εγκαταστάσεις τριών εφημερίδων, 12 ξενοδοχεία, 11 κλινικές, 21 εργοστάσια, 110 ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, 73 εκκλησίες, ενώ συλήθηκαν πολλοί τάφοι σε δύο κοιμητήρια, όπως και τάφοι των πατριαρχών στη Μονή Βαλουκλή. Δίπλα στα συντρίμμια των ελληνικών κτιρίων ανέπαφα παρέμειναν τα τουρκικά σπίτια και καταστήματα.

Μαζί με τη «νύχτα των κρυστάλλων» του 1938 κατά των εβραϊκών κοινοτήτων της Γερμανίας από το ναζιστικό κόμμα τα «Σεπτεμβριανά» αποτελούν το πλέον μαζικής κλίμακας πογκρόμ του 20ού αιώνα.

H δίκη των πρωταιτίων
 
Στις 27 Μαΐου 1960 ομάδα αξιωματικών υπό τον στρατηγό Τζεμάλ Γκιουρσέλ κατέλαβε την εξουσία στην Τουρκία και οδήγησε σε δίκη 592 μέλη και συνεργάτες του Δημοκρατικού Κόμματος.

Πολλοί απ’ αυτούς δικάστηκαν σε περισσότερες της μιας δίκες. Μια από τις σημαντικότερες δίκες ήταν αυτή για το πογκρόμ της 6ης – 7ης Σεπτεμβρίου 1955.

Ένοχοι κρίθηκαν μόνο ο ιδρυτής του Δημοκρατικού Κόμματος Αντνάν Μεντερές και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Φατίν Ζορλού, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 6 ετών. Οι δυο τους απαγχονίστηκαν. Όχι όμως για το ρόλο τους στα Σεπτεμβριανά αλλά γιατί παράλληλα καταδικάστηκαν για άλλες υποθέσεις που αφορούσαν σε παραβιάσεις του τουρκικού Συντάγματος.

Οι Τούρκοι πρόξενοι της Θεσσαλονίκης, ο θυρωρός του προξενείου που τοποθέτησε τη βόμβα και ο φοιτητής Οκτάι Ενγκίν που μετέφερε τη βόμβα στη Θεσσαλονίκη, αθωώθηκαν. Ο Ενγκίν αργότερα διορίστηκε γενικός διευθυντής Κρατικής Ασφαλείας και αργότερα νομάρχης στη Νεάπολη της Καππαδοκίας.