Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου, 2018 - 16:19

Πόντος - Ιδέα, πίστη και παράδοση

«Η αγιότης είναι η μεγαλύτερη προσφορά του Πόντου. Ο Ποντιακός Ελληνισμός εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παράγει αγίους και θαύματα». Με τα λόγια αυτά, σε κλίμα συγκίνησης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κήρυξε την έναρξη της 2ης Παγκόσμιας Συνδιάσκεψης Ποντιακής Νεολαίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Παρουσία 500 νέων Ποντίων από κάθε γωνιά της γης, απόγονοι των ξεριζωμένων χριστιανών που δεν ξέχασαν ποτέ τις πατρογονικές τους εστίες, ο κ.κ. Βαρθολομαίος μίλησε για το βαθύτερο νόημα του Πόντου που πέρα από έναν τόπο είναι «ιδέα, πίστη, παράδοση και ελπίδα», ενώ τόνισε την ανάγκη ο κορυφαίος θεσμός της ποντιακής νεολαίας να γίνει η «συγκολλητική ουσία» του οικουμενικού Ποντιακού Ελληνισμού.

Πόντιοι πρόσφυγες στην Κέρκυρα / Φωτό: Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών

Αυτός ήταν άλλωστε ο σκοπός της Συνδιάσκεψης, όπου -μεταξύ άλλων- στο επίκεντρο βρέθηκαν καθοριστικής σημασίας ζητήματα, όπως οι προοπτικές αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Οι Πόντιοι θυμήθηκαν στη Θεσσαλονίκη τα λόγια του μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου, ίσως μίας από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της νεότερης ιστορίας του Πόντου. Προσωπικότητα σεβαστή και από τους Τούρκους ο Θρακιώτης στην καταγωγή μητροπολίτης είχε ιδρύσει το 1927 Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συγγραφή και στη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς του Ποντιακού Ελληνισμού.

Οι απόγονοί του συνεχίζουν να πιστεύουν βαθιά στη διαχρονικότητα της κληρονομιάς αυτής και προτείνουν τη δημιουργία Ερευνητικού Κέντρου Ποντιακών Μελετών στη Θεσσαλονίκη που θα ασχολείται επιστημονικά με όλα τα θέματα που απασχολούν τους Ποντίους ανά τον κόσμο.

Ο επιχειρηματίας και πρόεδρος του ΠΑΟΚ, Ιβάν Σαββίδης, υπογράμμισε κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης ότι το φιλανθρωπικό του ίδρυμα (που αποτέλεσε και μέγα χορηγό της Συνδιάσκεψης) θα ιδρύσει Κέντρο Ποντιακών Μελετών που θα ερευνήσει το θέμα της Γενοκτονίας και για τον σκοπό αυτό θα ήθελε να προσελκύσει και Τούρκους ιστορικούς.

Ο Ιβάν Σαββίδης στη Συνδιάσκεψη Ποντιακής Νεολαίας

Πρόσθεσε δε ότι πρέπει να ενσωματωθεί στη γενική παιδεία ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Ποντιακός Ελληνισμός στη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους και στο πλαίσιο αυτό θα συνέβαλε για να ιδρυθεί μια νέα ισχυρή παγκόσμια οργάνωση, που θα υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Ποντιακού Ελληνισμού.

Ο καθηγητής Ιστορίας Νέου Ελληνισμού Κώστας Φωτιάδης κατέθεσε σειρά προτάσεων για την προώθηση της αναγνώρισης της Γενοκτονίας. Πρότεινε την ίδρυση ερευνητικού κέντρου για τη μελέτη και αξιοποίηση οθωμανικών πηγών, τη διεκδίκηση πανεπιστημιακής έδρας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για τον Ελληνισμό της Ανατολής, τη σύσταση επιστημονικής επιτροπής για την ανάδειξη της τουρκικής προπαγάνδας και την ίδρυση ποντιακού μουσείου και μουσείου γενοκτονίας.

Ο συντονιστής της Οργανωτικής Επιτροπής κ. Άλκης Αναστασιάδης σταχυολογεί μιλώντας στην «Boulevard» τα σημαντικότερα σημεία από τα συνολικά 20 ψηφίσματα της Συνδιάσκεψης: «Αυτό που μας απασχολεί είναι η μετέπειτα πορεία του παγκόσμιου οργάνου της νεολαίας των Ποντίων. Θέλουμε να δημιουργήσουμε με τη βοήθεια του κ. Σαββίδη Κέντρο Μελετών, να μπει ως ενότητα στα μαθήματα ιστορίας στο Γυμνάσιο και το Λύκειο η ποντιακή ιστορία, να αναγνωριστεί διεθνώς η Γενοκτονία και να καταφέρουμε να δίνουμε υποτροφίες σε νέους Ποντίους για να μεταλαμπαδεύσουν τον πολιτισμό μας».

Στο συνέδριο διαβάστηκαν μηνύματα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλο, τον πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκο Αναστασιάδη. Από αυτά ξεχώρισε η φράση του κ. Αναστασιάδη ότι «βρίσκεται σε εξέλιξη μία νέα φιλόδοξη προσπάθεια για την επίλυση του Κυπριακού, χωρίς νικητές και ηττημένους, με σεβασμό στις δύο κοινότητες του νησιού, που θα κάνει πραγματικότητα την ασφάλεια, την ειρήνη και την ευημερία όλων των κατοίκων».
 

Πυρά προς τον υπουργό Παιδείας

Στο τραπέζι των συζητήσεων μπήκαν και οι εριστικές –κατά πολλούς– απόψεις του υπουργού Παιδείας, Νίκου Φίλη, για τη Γενοκτονία. Ο κ. Φίλης σε άρθρο του στην εφημερίδα «Αυγή» με τίτλο «Παλαιοκομματισμός και Γενοκτονία» είχε γράψει ότι «τα περί Γενοκτονίας ήταν μία απόφαση εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας και όχι διεθνούς σημασίας. Γι’ αυτό το ελληνικό κράτος ποτέ δεν προέβαλε στα διεθνή φόρα θέμα αναγνώρισης της Γενοκτονίας σε αντίθεση με τους Αρμενίους». Σε ψήφισμα που κατήρτισαν οι σύνεδροι της Συνδιάσκεψης ζητούν την παραίτηση του υπουργού Παιδείας θεωρώντας τις απόψεις του «προσβλητικές για την ιστορία των Ποντίων».

Η πόλη πλημμύρισε μουσικές

Από μία τέτοια διοργάνωση δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι ποντιακοί χοροί. Το βράδυ της 3ης Οκτωβρίου η νέα παραλία της Θεσσαλονίκης πλημμύρισε ήχους και νέο κόσμο που χόρευε σε ακούσματα από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τη Γεωργία.

Μπροστά από το ξενοδοχείο Μακεδονία Παλλάς ακόμα και περαστικοί μπήκαν στη μεγάλη παρέα των Ποντίων παίρνοντας μέρος στη «Γιορτή της Παράδοσης».

Στον ίδιο χώρο στήθηκαν καζάνια και μοιράστηκε στον κόσμο παραδοσιακός και χειροποίητος τανομένος σορβάς (σούπα από σπασμένο σιτάρι με γιαούρτι).
 

Το ματωμένο ξερίζωμα του Ποντιακού Ελληνισμού

Πόντιοι πρόσφυγες. Φωτό: Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου είχε θύμα ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού που ζούσε βόρεια της Μικράς Ασίας μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ένα κομμάτι της Ελλάδας με φρόνημα αναλλοίωτο από την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς, παρότι ζούσε αποκομμένο από τον εθνικό κορμό. Οι Ελληνες του Πόντου μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού- αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής.

Το 1865 ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ού αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1.401, ανάμεσά τους το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ηταν τότε που εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεοτούρκων, που έθεσε στο περιθώριο τον σουλτάνο. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι σφαγές και οι εκτοπισμοί (1914-1923) εναντίον των ελληνικών πληθυσμών καταγράφηκαν στην ιστορία ως η δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας. Εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή σε περίπου 213.000-368.000 Έλληνες.

Οι επιζώντες κατέφυγαν στον Άνω Πόντο (στην ΕΣΣΔ) και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του ’22 στην Ελλάδα.

Η Γενοκτονία χαρακτηρίστηκε από τους μελετητές ως ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεοτούρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή των Αρμενίων και των Ασσυρίων.
Το πρώτο κύμα μαζικών διώξεων ξεκίνησε με τη μορφή εκτοπίσεων το 1915. Οι εκτοπίσεις συνεχίζονταν ακατάπαυστα και κατά την εποχή που τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα στις αρχές του 1916. Ιδιαίτερα με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τις κινήσεις των Ρώσων μεγάλος αριθμός κατοίκων από τις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντας εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας.

Ύστερα από τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού στρατού από την περιοχή εντάθηκαν οι διώξεις. Με την άφιξη του Κεμάλ Ατατούρκ τον Μάιο του 1919 καταγράφηκε έξαρση του κινήματος και εντάθηκε η δράση ατάκτων ομάδων.

Πραγματοποιήθηκαν σφαγές στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής, κατοικημένα από ελληνικούς πληθυσμούς. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν σπεύσει να βρουν προστασία στις εκκλησίες της περιοχής. Οι προύχοντες και οι προσωπικότητες του πνεύματος συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα λεγόμενα "Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας" στην Αμάσεια.