Σάββατο, 24 Ιουνίου, 2017 - 00:24

Όλο και πιο κάτω

Δεν θυμάμαι ποιος το έχει πει αλλά είναι από τα πιο εύστοχα: «Στις αρχές του ΠΑΣΟΚ ο λαϊκισμός ήταν μια κάποια πρόταση. Τώρα είναι αρρώστια...». Και δεν είναι πλέον ίδιον ενός ή κάποιων, εν πάση περιπτώσει, πολιτικών που μπορείς και να τους ξεχωρίσεις. Γίνεται κυρίαρχη ιδεολογία, απλώνεται ολοένα και περισσότερο, καλύπτει τα πάντα σαν πρωινή ομίχλη. Παρατηρώντας την ευκολία στη διατύπωση χαρακτηρισμών που ανάλογοί τους έχουν χρεωθεί βαρύ ιστορικό φορτίο και έχουν οδηγήσει σε συγκεκριμένες απευκταίες καταστάσεις, τύπου «προδότες», «γερμανοτσολιάδες» κ.ά., δεν έχεις παρά να συμπορευτείς με τη μειοψηφία που επιτρέπει στον εαυτό της το πολυτελές, πλέον, δικαίωμα να κάνει κριτική σε όλους όσοι έχουν ανέβει στο «λεωφορείο της χαράς» και πορεύονται μακάριοι, ένας Θεός, ξέρει για πού...

Είναι η εποχή τέτοια που επιτρέπει τόσα πολλά ψέματα σε τόσο λίγο χρόνο ή τα αυτιά μας που είχαν τόσο μεγάλη ανάγκη να τ' ακούσουν; Μπαφιασμένη από το όνειρο της μεταπολιτευτικής άνθησης που, είναι αλήθεια, είχε αφήσει πολλούς απέξω, η ελληνική κοινωνία εξέθρεψε μια συγκεκριμένη κατηγορία Αριστεράς που η βίαιη μετάβαση από την καταγγελία στην κυβέρνηση προκάλεσε ισχυρές εκρήξεις στο εσωτερικό της, εκρήξεις ταυτότητας και συνάμα συνείδησης. Το κενό που έμεινε να χάσκει σαν κρατήρας δεν πρέπει να είναι άλλο από την απόσταση που χωρίζει το όποιο ιδεολογικό ψήγμα της συγκεκριμένης κυβερνώσας Αριστεράς από την ίδια την πραγματικότητα. Η ιδεολογική σαγήνη στα όρια της αυτοϊκανοποίησης που απολάμβανε τόσα χρόνια χωρίς να παρεμβαίνει στο χτίσιμο του τεράστιου και εν πολλοίς χυδαίου κράτους μετατράπηκε τώρα σε υιοθέτησή του με τα γνωστά εκλογικά οφέλη.

Ο οπορτουνισμός, όμως, της συγκεκριμένης Αριστεράς δεν ήταν άγνωστος «Χ» σε όποια εξίσωση της μεταπολίτευσης και αν επιχειρούσε κάποιος να λύσει, αρκούσε να είχε μια στοιχειώδη πολιτική παιδεία. Και λίγη ιστορική γνώση. Ήταν, πάνω κάτω, γνωστή η πορεία και η εξέλιξη της συγκεκριμένης Αριστεράς. Γιατί εδώ δεν μιλάμε ούτε για ανανεωτική, ούτε για φιλοευρωπαϊκή, ούτε για σύγχρονη Αριστερά που μπορεί να εξηγεί τον κόσμο και να τον πηγαίνει αλλού. Μιλάμε για κάτι άλλο που λειτουργεί στο όνομα της Αριστεράς. Μιλάμε για κάτι άλλο που φαίνεται να εχθρεύεται τον κόσμο. Τον υπόλοιπο κόσμο εκτός από τον δικό της. Μοιάζει με ένα είδος ιδιότυπης και μυστηριωδώς μορφοποιημένης εκδίκησης. Εκδίκηση προς όλα τα κοινωνικά στρώματα που στο φαντασιακό της συγκεκριμένης Αριστεράς υπήρξαν ρυθμιστές του συστήματος το οποίο την είχε αφήσει απέξω.

Και τώρα που είναι μέσα στο σύστημα και φαντασιώνεται ότι μπορεί να το ρυθμίζει, δεν λογαριάζει τίποτα μπροστά στη χρόνια ονείρωξη της εξουσίας. Η μανιώδης κατασκευή εχθρών είναι ένα από τα εργαλεία της συγκεκριμένης Αριστεράς. Και το κοίταγμα οπουδήποτε αλλού εκτός από τον ίδιον της τον καθρέφτη όταν ολόκληρη η κοινωνία, απαθής πια, περιμένει ένα κάποιο τέλος. Και μένουν τα λόγια του Ρουμπάσοφ, του ήρωα του Αρθουρ Κέσλερ, στο εμβληματικό «Το μηδέν και το άπειρο» (εκδόσεις Πατάκη, μτφρ.: Ανδρέας Παππάς): «Σας φέρναμε την αλήθεια, αλλά απ’ το στόμα μας ακουγόταν σαν ψέμα.

Σας φέρναμε την ελευθερία, αλλά στα χέρια μας η ελευθερία έμοιαζε με μαστίγιο. Σας φέρναμε την πιο ατόφια ζωή, αλλά όπου ακούγεται η φωνή μας τα δέντρα μαραίνονται και ακούγεται τρίξιμο ξερών φύλλων. Σας φέρναμε την υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά η γλώσσα μας ήταν γλώσσα που κόμπιαζε και γαύγιζε…».