Σάββατο, 21 Οκτωβρίου, 2017 - 08:27

28η Οκτωβρίου και Ιωάννης Μεταξάς

Οι αδήριτες επιλογές του στην εξωτερική πολιτική και στον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας

Από τον Νικόλα Παπαναστασόπουλο*

Στην ελληνική ιστοριογραφία, αναντίλεκτα, ο Ιωάννης Μεταξάς, ως προσωπικότητα, προκαλεί διφορούμενες αναλύσεις και αξιολογήσεις, στα δύο άκρα, από τη μια της υπερβολής και από την άλλη της έλλειψης, όσον αφορά στην ηγετική του ικανότητα. Και τούτο διότι το πρόσωπό του χρωματίζεται με τις αντίστοιχες ιδεολογικές «βαφές», οι οποίες και αποτυγχάνουν να ερμηνεύσουν τον πολιτικό βίο και τις στρατηγικές του επιλογές, αλλά και την «υποδοχή» του καθεστώτος του από την ελληνική κοινωνία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ακριβώς, λόγω αυτής της ατμόσφαιρας που υπάρχει γύρω από το όνομά του και προς αποφυγή των όποιων παρεξηγήσεων, σπεύδω να διευκρινίσω ότι ήταν δικτάτορας, και αυτό τα λέει όλα, όσον αφορά στην πολιτική ανάλυση και στις συνακόλουθες αξιολογικές κρίσεις. Κατά κύριο λόγο, μετά την αναγκαία αυτή διευκρίνιση, μεθοδολογικά και αναλυτικά, η προσέγγιση που ακολουθώ εστιάζει στις επιλογές του στην εξωτερική πολιτική και στον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας, την περίοδο που βρισκόταν στη δικτατορική εξουσία, αλλά και πρωτύτερα όσο καιρό υπηρέτησε σε ανάλογα πόστα των ελληνικών κυβερνήσεων του μεσοπολέμου.

Χρήσιμο πάντως προς τη σκιαγράφηση του προσώπου και της ηγεσίας του Μεταξά είναι το εργαλείο του «λειτουργικού κώδικα». Ειδικότερα, μέσα από αυτόν, νοείται το σύστημα πεποιθήσεων, το οποίο διαρθρώνεται είτε ως φιλοσοφικές πεποιθήσεις είτε ως πεποιθήσεις διαχείρισης της καθημερινότητας της ηγεσίας. Ανατρέχοντας στον Alexander George, ο λειτουργικός κώδικας συνιστά ένα μεθοδολογικό εργαλείο, σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν να εξετάζονται οι αντιλήψεις των ηγετών για τα θεμελιώδη προβλήματα της ιστορίας και τα κύρια ερωτήματα της πολιτικής. Με άλλα λόγια, οι λειτουργικοί κώδικες λειτουργούν ως πρίσματα, μέσα από τα οποία διαθλώνται οι πληροφορίες για τις εξωτερικές προκλήσεις και τις εσωτερικές αντιδράσεις. Συναρτώνται με τα βιώματα, τα τραύματα, τις σπουδές και το ψυχογράφημα του συγκεκριμένου υποκειμένου δράσης. Οι ρίζες αυτού του αναλυτικού εργαλείου βρίσκονται στην Πλατωνική «φύσιν», σύμφωνα με την οποία αρχικά εννοείται αυτό που ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατασκευάσει ο ίδιος, αλλά το βρίσκει να προϋπάρχει, ως χαρίσματα και ελαττώματα που διαθέτει ως κτήμα του.

Στη βάση αυτή, φιλτράροντας την προσωπικότητα του Μεταξά, τονίζουμε το αριστοκρατικό και στρατιωτικό του υπόβαθρο, ως στοιχεία της κουλτούρας του. Κυρίως διαπιστώνουμε τις μεταλλαγές και την περιδίνησή του γύρω από τα πολιτικά ζητήματα. Και είναι γνωστό ότι οι σπουδές του στη Γερμανία και η γνωριμία του με τον μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνο είχαν τη δική τους συμβολή, ωστόσο, για ένα διάστημα είχε υποστηρίξει τη δημοκρατία και εμφανιζόταν ως αντιμοναρχικός (και «άθεος»).

Φωτό: Βούλα Παπαϊωάννου/Επιστράτευση. Αθήνα 1940 Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείο Μπενάκη/Δικαίωμα χρήσης Boulevard

Ως προς τη στρατηγική του ικανότητα υπάρχουν, όπως προεγράφη, πολυποίκιλες αναγνώσεις, αλλά για να ήμαστε ιστορικά ορθοί, πρέπει να σταθούμε στο γεγονός ότι ο Βενιζέλος τον είχε επιλέξει ως στρατιωτικό σύμβουλο στο επιτελείο του (αναθέτοντάς του και κρίσιμες αποστολές), καθώς και στο ότι ο Μεταξάς είχε έγκαιρα επισημάνει τον κίνδυνο τόσο της συμμαχικής επιχείρησης στα Δαρδανέλια όσο και της μικρασιατικής εκστρατείας, έχοντας μάλιστα αρνηθεί την αρχιστρατηγία του μικρασιατικού μετώπου στην τελευταία του φάση. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, ο Μεταξάς δικαιώνεται για τη στρατιωτική του διορατικότητα, ωστόσο, κατά την υπηρέτησή του, σε καίρια πόστα, δίπλα στον Βενιζέλο και στον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο, «έπεσε έξω», κατά το κοινώς λεγόμενον, ως προς την έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τον τελικό νικητή. Ακριβώς ο θαυμασμός που έτρεφε το παλάτι και μεγάλο μέρος του Γενικού Επιτελείου (που είχε σπουδάσει στη Γερμανία) προς το γερμανικό μοντέλο ήταν οι παράγοντες που συν τοις άλλοις έδιναν ιδεολογικούς όρους ανάγνωσης της γεωπολιτικής πραγματικότητας. Ως εκ τούτου, η στάση του Μεταξά κατά της Αντάντ ήταν αυτή που σήμανε άλλωστε τη ρήξη του με τον Βενιζέλο (και συνάμα την αποστροφή προς το πρόσωπό του από τον Γάλλο πρόεδρο Κλεμανσό), αλλά και την τελική του επιλογή στο στρατόπεδο του Κωνσταντίνου στον Εθνικό Διχασμό (μάλιστα λέγεται ότι ήταν αυτός που έπεισε τον βασιλιά Κωνσταντίνο στο να μη συνδράμει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων, στη συμμαχική επιχείρηση στα Δαρδανέλλια). Ακολουθώντας την τύχη του Κωνσταντίνου στον Εθνικό Διχασμό, την επάνοδο και την τύχη του τελευταίου, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αρχίζει να θέλγεται από την πολιτική και την προοπτική της ανάληψης ακόμα και της πρωθυπουργίας.

Τούτων δοθέντων και αφού έχει αποτύχει να πείσει τον βασιλιά να αντισταθεί στην επανάσταση του στρατού και στη νέα τάξη πολιτικών πραγμάτων που επέφερε η μικρασιατική συμφορά (1922), ο Μεταξάς στρέφεται στον πολιτικό στίβο, ιδρύοντας κόμμα. Μάλιστα κατ’ οξύμωρο τρόπο (σε σύγκριση με το δικτατορικό καθεστώς που επέβαλλε) καταγγέλλει την αυταρχικότητα των κυβερνήσεων και συμμετέχει ενεργά σ’ ένα αποτυχημένο πραξικόπημα που καταστέλλεται από τους Πλαστήρα και Πάγκαλο. Στη συνέχεια, μετά την καταφυγή του στο Παρίσι – «παραδοσιακό» τόπο εξορίας – επιστρέφει στην Ελλάδα, με την ανάληψη της εξουσίας από τον Παπαναστασίου, τυγχάνοντας και θερμής υποδοχής από μερίδα οπαδών του. Διαγιγνώσκοντας δε την πολιτική πραγματικότητα της εποχής ο Μεταξάς κλίνει προς την αβασίλευτη δημοκρατία και «εξαργυρώνει» αυτή την επιλογή του, συμμετέχοντας, παρά τις όποιες πολιτικές επιτυχίες και αποσύρσεις, στις κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις, καταγγέλλοντας τα πραξικοπήματα της εποχής.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, την περίοδο μετά το 1932, αν και αντίπαλος του Βενιζέλου, φαίνεται να συνηγορεί υπέρ του Βαλκανικού Συμφώνου που είχε προωθήσει (ο Βενιζέλος). Ωστόσο, στον ρου των γεγονότων και της πολιτικής αστάθειας, αρχίζει να στρέφεται προς τη θεμελιώδη πολιτική του επιλογή, την άρνηση του κοινοβουλευτισμού και την πρόταξη της δικτατορίας. ενός δηλαδή Leviathan που θα είναι σε θέση να θεραπεύσει την πολιτική αστάθεια και τις αβελτηρίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος που φάνταζε ανήμπορο και καχεκτικό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και στις απειλές των μεσοπολεμικών καιρών. Όχημα ή εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση, κατά το μάλλον ή ήττον, θεωρεί την επιστροφή στο μοναρχικό πολίτευμα, ενώ, όπως είδαμε, στο παρελθόν είχε υποστηρίξει την αβασίλευτη δημοκρατία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πολιτική του μεταστροφή μεταφραζόταν υπέρ της επανόδου στην Ελλάδα του βασιλιά Γεωργίου του Β’, το 1935. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, πετυχαίνει δε να του ανατεθεί το νευραλγικό υπουργείο των Στρατιωτικών, και στη συνέχεια κατορθώνει να γίνει αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Δεμερτζή (1936). Μετά τον θάνατο του τελευταίου (!), ο βασιλιάς Γεώργιος τού αναθέτει την πρωθυπουργία (Απρίλιος 1936) και ο Μεταξάς εμφανίζεται στη Βουλή, αποσπώντας – κοινοβουλευτική οδώ – την ψήφο εμπιστοσύνης προς την κυβέρνησή του. Η συνέχεια είναι γνωστή, καθώς υφαρπάζοντας την εξουσιοδότηση για έκδοση νομοθετικών διαταγμάτων και εκμεταλλευόμενος το απεργιακό κλίμα, με την ανοχή, πάντα, του παλατιού, προβαίνει στην κατάλυση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και στην επιβολή δικτατορίας (4/8/1936).

Εφημερίδες την ημέρα κήρυξης του πολέμου

Αν και ο Μεταξάς, παράλληλα, εκτελούσε και χρέη υπουργού Εξωτερικών, φαίνεται ότι απλώς διεκπεραίωνε την «πάγια εντολή» που έπρεπε να ακολουθούν οι Έλληνες άνακτες (από τους οποίους όσοι δεν την ακολούθησαν έγιναν «αναλώσιμοι», όπως οι Όθων και Κωνσταντίνος ο Α’), όσον αφορά στην πρόσδεση της χώρας στο άρμα της Αγγλίας. Μάλιστα με εμφατικό τρόπο δήλωνε σε κάθε ευκαιρία προς τους ιθύνοντες της αγγλικής διπλωματίας τη συστράτευση της Ελλάδας με τα συμφέροντα της Αγγλίας.

Προς τούτο άλλωστε και η Αγγλία, η οποία είχε πρωτοστατήσει στην παλινόρθωση της μοναρχίας, δεν αντέδρασε δυναμικά στην επιβολή του νέου δικτατορικού καθεστώτος, παρά τις φωνές που ακολούθησαν για τον χαρακτήρα και τις μεθόδους του καθεστώτος Μεταξά. Επομένως μπορούμε να συναγάγουμε ότι η μεταξική δικτατορία τελούσε σε συνάρτηση με την ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα (τα αγγλικά συμφέροντα και τον ορατό ιταλικό κίνδυνο), αλλά και τον εσωτερικό «εχθρό», την κομμουνιστική απειλή. Και για τα δύο πάντως παρατηρείται μια συνεννόηση και αγαστή συνεργασία, ανάμεσα στον βασιλιά, τον Μεταξά και την Αγγλία. Ειδικά για τις σχέσεις Μεταξά και βασιλιά παρατηρούμε ότι ο ένας βρήκε στον άλλον τον αναγκαίο εταίρο στην επίτευξη των στόχων του, είτε για τη διατήρηση στον θρόνο είτε στην εξουσία. Άλλωστε ο στρατός ήταν πιστός στον βασιλιά, οπότε ο Μεταξάς δεν είχε λόγο να αντιταχθεί στη θεμελιώδη βούληση του άνακτα για τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας προς την Εσπερία.

Παρά τις περί αντιθέτου ιστορικές αναλύσεις για την ικανότητα του Μεταξά και τις επιδόσεις του στην εξωτερική πολιτική, μπορούμε να πούμε ότι prima facie ακολουθούσε τις επιλογές των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Συνάμα, χαμαιλεοντικά και στο πνεύμα της Real Politik (για άλλους αυτό συνιστούσε την υψηλή του στρατηγική), αν και ήταν θιασώτης, αν όχι «φύσει», σίγουρα «θέσει» του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας, με στρατηγήματα (τύπου Bismarck), επιχειρούσε να μη δυσαρεστήσει την ιταλική και γερμανική πλευρά, αντίστοιχα. Ειδικά με τη Γερμανία ο Μεταξάς επιδίωκε τον οικονομικό εναγκαλισμό της χώρας με αυτήν, μέσα από τη σύσφιξη των εμπορικών δεσμών μεταξύ των δύο χωρών και δη στον τομέα των εξοπλισμών.

Συγκεκριμένα, είχε αναφανδόν επιλέξει την αγγλική πλευρά (στο πνεύμα της εντολής του βασιλιά) και επιδίωκε τη σύμπηξη ελληνοαγγλικής συμμαχίας εν όψει του προμηνυόμενου πολέμου. Κάτι που όμως προσέκρουε στην άρνηση της Αγγλίας, η οποία δεν ήθελε να προκαλέσει ρήξη στις σχέσεις της με την Ιταλία και επιθυμούσε με το μικρότερο κόστος (μέσα από την ελληνοτουρκική και βαλκανική συνεργασία) να χαλιναγωγήσει τις ιταλικές ορέξεις. Ωστόσο, με διφυή τρόπο, το μεταξικό καθεστώς ήταν σαφές ότι μετερχόταν μέσων διακυβέρνησης που προσιδίαζαν στο ιταλικό καθεστώς, επιδεικνύοντας μια συγγενική προς αυτό σχέση και συνάμα παρέχοντας εχέγγυα στη Γερμανία για «διεύρυνση του γερμανικού εμπορίου όπλων». Συμπυκνωτικά, η στρατηγική του συνίστατο στην πρόσδεση στα συμφέροντα της αγγλικής πολιτικής, ενώ τα στρατηγήματά του αφορούσαν αφενός τις καλές σχέσεις και την υιοθέτηση πρακτικών του ιταλικού καθεστώτος και αφετέρου έναν σημαντικό βαθμό οικονομικής και εμπορικής εξάρτησης από τη Γερμανία. Μέσα από αυτό το λεπτό και συνάμα εύθραυστο πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής και εθνικής στρατηγικής, ο Μεταξάς επιχειρούσε να κερδίσει χρόνο, παρατείνοντας το αναπόφευκτο και ενδυναμώνοντας την αμυντική θωράκιση της χώρας στα βόρεια κυρίως σύνορα (έχοντας πάντα στο νου τον βουλγαρικό κίνδυνο).

Κατεξοχήν κλειδί της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής του Μεταξά αποτελούσαν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Υπό το βάρος της ιταλικής απειλής που αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα, υποστήριξε την Τουρκία στην αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών και συμφώνησε μαζί της στο απαραβίαστο των συνόρων μεταξύ των δύο κρατών. Αυτή πάντως «η σύσφιγξη των ελληνοτουρκικών δεσμών δεν φάνηκε να είναι αρεστή στη Γιουγκοσλαβία», η οποία προχώρησε σε ενδυνάμωση (με αντίστοιχο σύμφωνο) των σχέσεών της με την Ιταλία, καθώς και με τη Βουλγαρία.

Μιλώντας ακριβώς για τη βαλκανική του πολιτική, βλέπουμε ότι επιδίωκε τη Βαλκανική Συνεννόηση, ωστόσο, «αποδέχτηκε την κατάργηση, μεταξύ άλλων, των περί αφοπλισμού διατάξεων της Συνθήκης Ειρήνης του Νεϊγύ», που αφορούσαν τη Βουλγαρία, ως λανθασμένο ή τακτικό συμβιβασμό. Ωστόσο, τα γεωπολιτικά δεδομένα έδειχναν ξεκάθαρα ότι το βενιζελικό οικοδόμημα για τη βαλκανική σταθερότητα ήδη είχε υποστεί τριγμούς. Πολύ περισσότερο είχε διασαλευτεί η ισορροπία δυνάμεων στα Βαλκάνια και οδεύαμε προς την ένοπλη σύγκρουση, παρά τις προσπάθειες της Αγγλίας για τη διατήρηση του status quo στην περιοχή. Αλλά και η Γερμανία, όπως φάνηκε στην ιστορική συνέχεια, δεν ήθελε να ανοιχτεί μέτωπο στα Βαλκάνια και αναγκάστηκε, ύστερα από την απόκρουση των Ιταλών από τον ελληνικό στρατό, να προβεί στην επιχείρηση «Μαρίτα».

Μετά την ιταλική επέμβαση στην Αλβανία και παρά τις όποιες προσπάθειες να χαλιναγωγήσει, μέσα από συμφωνίες, την Ιταλία από τα όποια επιθετικά της σχέδια, εναντίον της Ελλάδας, ο Μεταξάς μένει πιστός στον δυτικό προσανατολισμό της χώρας, αν και δεν έχει κατορθώσει να λάβει ρητές συμμαχικές εγγυήσεις από την Αγγλία για την παροχή αμυντικής προστασίας προς την Ελλάδα. Πάρα ταύτα, μια σειρά εμπορικών συμφωνιών (που σχετίζονταν και με μίσθωση, υπό επαχθείς όρους, πλοίων ελληνικής ιδιοκτησίας από την Αγγλία) «επισφράγιζαν την εξάρτηση της Ελλάδας από τη βρετανική κυβέρνηση».

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Μεταξάς αρνείται το ιταλικό τελεσίγραφο για κατάληψη «στρατηγικών σημείων του ελληνικού εδάφους» (28/10/1940), κατά τρόπο που επιβεβαίωνε την εθνική μοίρα που ήταν (είναι) άρρηκτα συνυφασμένη με τη Δύση. Κάθε φορά άλλωστε που αυτή η πάγια γεωπολιτική επιταγή δεν μεθερμηνεύτηκε με ευθυκρισία, τα αποτελέσματα για τον Ελληνισμό ήταν ατελέσφορα και τραγικά. Γι’ αυτό και στο τέλος της ζωής του, ο Μεταξάς, στο ημερολόγιό του, επισημαίνει, πέραν των άλλων και δη του Βενιζέλου, τις ατομικές του ευθύνες, κατά τον Εθνικό Διχασμό. Η άρνηση του Μεταξά να συνηγορήσει στα σχέδια των Ιταλών και η νίκη του ελληνικού στρατού πρέπει να ιδωθούν, ακριβώς, υπό το πρίσμα της αδυσώπητης γεωπολιτικής πραγματικότητας και των προσπαθειών που είχαν γίνει, προκειμένου η χώρα αμυντικά να ήταν σε θέση να αντισταθεί στην επερχόμενη πολεμική απειλή.

*Ο Νικόλας Παπαναστασόπουλος είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σχετική Βιβλιογραφία

  • Διαμαντόπουλος Θ. 1996. Πολιτικές Φυσιογνωμίες του 20ού αιώνα. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, σ. 40-43
  • Τούντα – Φεργάδη Α. 2005. Θέματα Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας 1912-1941. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, σ. 387-410
  • Τούντα – Φεργάδη Α. 2003. Ηγετικές Μορφές του Μεσοπολέμου και Εξωτερική Πολιτική. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, σ. 414-445