Κυριακή, 17 Οκτωβρίου, 2021 - 07:07
<

Ανασχηματισμός ρεαλιστικής ουτοπίας

Όταν οι πολιτικοί ταγοί γίνονται «ευαγγελιστές» των μνημονίων που πέρα από τις αναγκαίες και αδυσώπητες επιλογές δεν οδηγούν σ’ ένα ξέφωτο, τότε πραγματικά τα λόγια ωχριούν και καθιστούν ανόητες τις θυσίες των Ελλήνων πολιτών που υπομένουν το σήμερα για ένα καλύτερο αύριο εθνικής προκοπής και προοπτικής

Από τον Νικόλα Παπαναστασόπουλο*

Ο Αριστοτέλης στον ορισμό της τραγωδίας, μεταξύ άλλων, θέτει ότι «‘Έστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας μέγεθος ἐχούσης». Στη βάση αυτή, χρήσιμο είναι να εστιάσουμε στις παραμέτρους της υιοθέτησης θετικών προτύπων και του ορισμένου μεγέθους, που επιτρέπουν να γίνεται αντιληπτή και να θυμάται κανείς με ευκολία την εκάστοτε επίμαχη εννοιολογική συγκρότηση. Εξ ου ο συνακόλουθος παραλληλισμός με τη σύγχρονη τραγωδία που βιώνει αυτή η χώρα και οι πολίτες της επιτρέπουν άραγε πειραματισμούς και εφαρμογές υπερμεγέθους και υπέρμετρου μορφής στο κορυφαίο συλλογικό όργανο άσκησης της εξουσίας; Τι άλλο πρέπει να γίνει για να αρχίζουμε να εκτιμάμε τις οικονομίες κλίμακας στη δημόσια σφαίρα και λειτουργία; Από τον αριθμό των βουλευτών έως τον αντίστοιχο αριθμό του κυβερνητικού σχήματος και εν γένει από το μέγεθος των δομών που πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος; Άραγε ο νομοθετικός οίστρος εξαντλείται μόνο στον αριθμό των τηλεοπτικών αδειών;

Ασφαλώς τα παραπάνω ερωτήματα έχουν λάβει της αντίστοιχης απάντησης, με τρόπο που καταδεικνύει ότι κατά το κοινώς λεγόμενον «δεν ιδρώνει το αυτί» των αρμοδίων. Εμφατικά, όταν το υπόδειγμα της σημερινής διακυβέρνησης –που σημειωτέον διατεινόταν για περιορισμό της σπατάλης και για εμπιστοσύνη προς τους δημόσιους υπαλλήλους– συνηγορεί σε μια υπερτροφία υπουργών και υφυπουργών (γενικών γραμματέων και αναπληρωτών, αλλά και μετακλητών υπαλλήλων), τότε πραγματικά αυτό το κράτος, αυτή η χώρα φαντάζει να μην έχει προοπτική. Από τη στιγμή που η μεγέθυνση της κυβερνητικής δομής συναρτάται όχι με την εξοικονόμηση, μέσα από την αξιοποίηση του υφιστάμενου στελεχιακού δυναμικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά με στρατιές «ειδικών προσόντων» συμβούλων τι μπορεί να πει κανείς;

Αυτές οι άμεσες σκέψεις και τα αυθόρμητα συναισθήματα προκύπτουν από τη θέαση του τελευταίου ανασχηματισμού και των στοχεύσεων του πρωθυπουργού. Ας πάμε τώρα σε κάτι άλλο που έχει τη δική του βαρύτητα και αφορά όχι την ποσότητα, αλλά την ποιότητα του κυβερνητικού σχήματος (που το εθνικό καθήκον επιβάλλει να ευχηθούμε να πετύχει προς όφελος των πολιτών και της πατρίδας μας). Πέρα από τις όποιες επιφαινόμενες «αναγνώσεις» των καταβολών των νέων μελών, είναι σαφής η προσπάθεια (έστω και σε συμβολικό επίπεδο και εν όψει της επίσκεψης του Αμερικανού προέδρου) πρόσδεσης στο άρμα της άλλης όχθης του Ατλαντικού. Και αυτό σαφώς δεν είναι κατακριτέο, καθώς στην εξωτερική πολιτική και εθνική στρατηγική δεν χωρούν ιδεοληψίες, αρκεί αυτή η επιλογή να οδηγεί σε επί τα βελτίω αποτελέσματα για τη χώρα. Και εδώ αρχίζει η συζήτηση για το χρέος, αλλά και για τα εθνικά θέματα, όπου το Κυπριακό, περισσότερο από ποτέ, βρίσκεται σε τροχιά «άμεσης επίλυσης». Στα αλήθεια τι μπορούμε να περιμένουμε από τις επιλογές μιας κυβέρνησης της οποίας ο συνεχής υπαρξιακός δυισμός φοβίζει για το τι μέλλον γενέσθαι; Μήπως αυτή η αναδόμηση προσώπων σηματοδοτεί την τελική και ξεκάθαρη στρατηγική μεταστροφή του πρωθυπουργού, πέρα από τον αυτοσκοπό της παραμονής στην εξουσία, σε μια «ρεαλιστική ουτοπία» και σ’ έναν νέο «τρίτο δρόμο», όπου τα φαντάσματα του παρελθόντος γίνονται φετίχ του παρόντος και του μέλλοντος; Με αδήριτες προσαρμογές, στα πεδία της οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής;

Όμως όταν οι πολιτικοί ταγοί γίνονται «ευαγγελιστές» των μνημονίων που πέρα από τις αναγκαίες και αδυσώπητες επιλογές δεν οδηγούν σ’ ένα ξέφωτο, τότε πραγματικά τα λόγια ωχριούν και καθιστούν ανόητες τις θυσίες των Ελλήνων πολιτών που υπομένουν το σήμερα για ένα καλύτερο αύριο εθνικής προκοπής και προοπτικής. Από τη στιγμή όμως που οι εφαρμοζόμενες πολιτικές δεν έχουν το συνθετικό «ευ» της καλυτέρευσης της ζωής, αλλά μαχαιρώνουν και άλλο το σώμα του ασθενούς, τότε η απάντηση είναι προφανής. Όσον αφορά δε στις επιλογές και τον δείνα φίλα προσκείμενο προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής μένει να διακριβωθεί το τελικό τους πρόσημο. Και αυτό τελεί σε συνάρτηση με το μέλλον της πατρίδας και όχι με την παραμονή της εκάστοτε κυβέρνησης για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο στην εξουσία.

*Ο Νικόλαος Παπαναστασόπουλος είναι Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το συγγραφικό του έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Φωτό: Γιάννης Λιάκος