Τετάρτη, 14 Νοέμβρη, 2018 - 18:19

Παγκύπριο Γυμνάσιο: Ένα σχολείο σύμβολο του ελληνισμού

Συμπληρώνονται φέτος 125 έτη από την σύσταση του Παγκυπρίου Γυμνασίου, του αρχαιότερου σχολείου Μέσης Παιδείας της νήσου. Το σχολείο αποτελεί σύμβολο για τον ελληνισμό εν γένει και την προαγωγή της ελληνικής παιδείας, ιδιαιτέρως στους χαλεπούς καιρούς της οθωμανικής και βρετανικής κυριαρχίας, περιόδους, κατά τις οποίες τα ελληνικά γράμματα υφίσταντο παντοειδείς διώξεις. 
 
Από την Μερσίλεια Αναστασιάδου*
 
Ιδρύθηκε αρχικώς κατά το 1812, δηλαδή εν μέσω της οθωμανικής κατοχής της νήσου (1571 – 1878) με την επωνυμία «Ελληνική Σχολή» από τον Εθνομάρτυρα Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, γεγονός που αναδεικνύει τον καταλυτικό ρόλο της εκκλησίας στην διατήρηση της ταυτότητας των υποδούλων Ελλήνων. Η Ελληνική Σχολή αφιερώθηκε στην Αγία Τριάδα και θεμελιώθηκε σε περιβόλι που δώρισε η Μονή Μαχαιρά. Κατά τον προηγούμενο αιώνα (1753), στον ίδιο χώρο λειτουργούσε σχολή, με την επωνυμία «Ελληνομουσείον». 
 
 
Αντιλαμβανόμενος ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός την σημασία των ελληνικών γραμμάτων για την  απελευθέρωση της νήσου και την συμβολή των Ελλήνων της Κύπρου στους αγώνες του έθνους, κατέγραφε στην ιδρυτική πράξη του σχολείου πως τα ελληνικά μαθήματα «είναι το μόνον μέσον όπου στολίζουσι τον ανθρώπινον νουν και όπου αποκατασταίνουσι τον άνθρωπον άξιον τω όντι άνθρωπον». Προς τούτο «…απεφασίσαμεν…να συστήσωμεν μίαν Ελληνικήν Σχολήν επάνω εις την πατρίδαν, διά να ωφελήσωμεν και ημείς οπωσούν τους συμπατριώτας ημών». 
 
Κατά την διάρκεια της προετοιμασίας του αγώνα για την Ελληνική Επανάσταση κατά του οθωμανικού ζυγού (1821), μέλη της Φιλικής Εταιρείας μετέβησαν στο νησί και είχαν επαφές με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και άλλους παράγοντες του τόπου. Στο υπόγειο της τότε Ελληνικής Σχολής έλαβαν χώρα συναντήσεις με τους Φιλικούς, όπου και ο ανώτερος κλήρος και προύχοντες της Κύπρου εμυήθηκαν τα της Φιλικής Εταιρείας. Ο χώρος αυτός είναι γνωστός ως «Κρύπτη των Φιλικών». Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός απαγχονίστηκε από τον Οθωμανό διοικητή της νήσου, Κουτσούκ Μεχμέτ, την 9η Ιουλίου 1821 ως ύποπτος για υποκίνηση της επανάστασης στην Κύπρο, ενώ άλλες 485 επιφανείς προσωπικότητες της νήσου δολοφονήθηκαν με φρικώδη τρόπο από τις οθωμανικές αρχές. 
 
Δεκαπέντε έτη μετά την μεταφορά της διοίκησης της Κύπρου από τους Οθωμανούς στην Βρετανική Αυτοκρατορία, το 1893 πρωτοστατούντος του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου, η Ελληνική Σχολή μετεξελίσσεται σε πλήρες εξατάξιο γυμνάσιο, φέροντα έκτοτε την ονομασία «Παγκύπριο Γυμνάσιο». Το γυμνάσιο αναγνωρίζεται από την Ελληνική Κυβέρνηση ως ισότιμο με τα δημόσια γυμνάσια στην Ελλάδα.
 
 
Η Κυπριακή Αδελφότης εν Αιγύπτω διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εξασφάλιση των πόρων λειτουργίας και συντήρησης του εκπαιδευτηρίου, ενώ ο εν Αθήναις Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός» ανέλαβε την στελέχωσή του με καθηγητές εξ Ελλάδος. Ενδεικτικά σημειώνουμε πως το Παγκύπριο Γυμνάσιο υπηρέτησαν λαμπροί πνευματικοί άνδρες, όπως ο Κωνσταντίνος Άμαντος, ο Στίλπων Κυριακίδης κ.ά.
 
Ως εκ των στενών σχέσεων του Παγκυπρίου Γυμνασίου με τον καθηγητή φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιο Μυστριώτη, ανέβηκαν για πρώτη φορά κατά το 1894  αρχαιότροπες παραστάσεις αρχαίου δράματος στην καθαρεύουσα, στις οποίες πρωταγωνίστησαν μαθητές του σχολείου.  
 
Παράλληλα, άρχισε η συγκρότηση μουσειακών συλλογών, όπως η αρχαιολογική και νομισματική, η των παλαιών όπλων και χαρτών, πινακοθήκη με έργα σημαντικών Κυπρίων ζωγράφων, αλλά και συλλογή Φυσικής Ιστορίας, οι οποίες σήμερα φιλοξενούνται στα Μουσείου του Παγκυπρίου Γυμνασίου. 
 
 
Μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε το σχολείο το 1920. Ένα έτος αργότερα, ο Ιωάννης Βεργόπουλος από το Μούρεσι Κισσού της Θεσσαλίας, θα χρηματοδοτήσει την εκ νέου ανέγερσή του με την επιθυμία να μην γίνει αναφορά στο όνομα του δωρητή. Το Παγκύπριο Γυμνάσιο ανοικοδομείται στην σημερινή του μορφή, όπου και το κεντρικό κτήριο με τα κλασικά προπύλαια ονομάζεται «Βεργοπούλειος» πτέρυγα. Για την επέκταση του γυμνασίου, μεγάλοι ευπατρίδες, σημαντικές προσωπικότητες της Κύπρου, αλλά και η εκκλησία θα προσφέρουν δωρεές και θα ανεγερθούν και άλλες πτέρυγες, όπως επί παραδείγματι η του Χατζηκωστή και Θεοδότου.
 
Η διαμόρφωση της βιβλιοθήκης κατά το 1927 συντελείται με παροχή συγγραμμάτων από διάφορα μέρη της Ελλάδος, ενώ το 1943, ο Δημοσθένης Σεβέρης αναγγέλλει γενναιόδωρη χορηγία προς το σχολείο, η οποία προορίζεται για την ανέγερση κτηρίου βιβλιοθήκης, της «Σεβερείου», η οποία από το 1949 διαθέτει δεκάδες χιλιάδες τόμους βιβλίων. 
 
Το Παγκύπριο Γυμνάσιο απετέλεσε για σειρά ετών σημείο αναφοράς και το κατεξοχήν πνευματικό κέντρο, ιδίως δε ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών από όλα τα μέρη του ελληνισμού. Ο μετέπειτα βραβευθείς με το Νόμπελ Λογοτεχνίας κατά το 1963, Γιώργος Σεφέρης, επισκέφθηκε τον Νοέμβριο του 1953 το σχολείο, όταν και έλαβαν χώρα λαμπροί προς τιμήν του εορτασμοί. 
 
 
Στους αγώνες του ελληνικού έθνους οι μαθητές και απόφοιτοι του Παγκυπρίου Γυμνασίου γράφουν σελίδες ένδοξης ιστορίας ως εθελοντές στα πεδία των μαχών στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Το σχολείο με συνδρομές μαθητών και καθηγητών υπεστήριξε οικονομικά το 1904 το Πανελλήνιο Ταμείο προς τον σκοπό της Εθνικής Άμυνας της χώρας, αλλά και από τις απαρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου διενήργησε εράνους, όπου συνελέχθησαν χρήματα για συνδρομή στον εθνικό αγώνα εναντίον του φασισμού στο Ελληνοαλβανικό μέτωπο. 
 
Σημαντική, επίσης, υπήρξε η δράση του Παγκυπρίου Γυμνασίου στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ κατά το 1955 – 1959 ενάντια στην βρετανική καταπίεση, την αποικιακή κατοχή και τις συνθήκες ανελευθερίας που εξ’ αυτής υφίσταντο στο νησί. Εκπεφρασμένο και δημοψηφισματικά ήδη από το 1950 αίτημα σύσσωμου του κυπριακού ελληνισμού ήταν η άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης για το σύνολο του λαού και η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. 
 
Ως κομβικό σημείο αναφοράς του Παγκυπρίου στην νεότερη ιστορία της Κύπρου αναγνωρίζεται η περίφημη μάχη της Σεβερείου κατά την 27η Ιανουαρίου 1956. Τότε, οι έφηβοι μαθητές πρωτοστάτησαν στα μέτρα καταπίεσης και στέρησης δικαιωμάτων που επεβλήθησαν στο νησί από τους βρετανούς αποικιοκράτες και αφού ανέβηκαν στην στέγη της βιβλιοθήκης, εναντιώθηκαν στις «δυνάμεις ασφαλείας». Οι αποικιακές αρχές εν συνεχεία προέβησαν σε βανδαλισμούς και βαναυσότητες, σωματικούς ελέγχους, συλλήψεις, φυλακίσεις, κακοποίηση των μαθητών και απελάσεις καθηγητών.
 
 
Αποτέλεσμα της μάχης αυτής ήταν το κλείσιμο του σχολείου την επόμενη ημέρα από την αποικιακή κυβέρνηση και η διαγραφή του Παγκυπρίου από το Μητρώο των Σχολών Μέσης Παιδείας για διάστημα από την 28η Ιανουαρίου μέχρι και την 31η Αυγούστου 1956. Αν και για την περίοδο αυτή το σχολείο κατελήφθη από τις δυνάμεις του στρατού, τα μαθήματα εξακολούθησαν εν είδει κρυφού σχολειού σε σπίτια καθηγητών και μαθητών και σε εκκλησίες.
 
Το Παγκύπριο Γυμνάσιο συγκαταλέγεται στα ιστορικά εκπαιδευτήρια του ελληνισμού μαζί με την Μεγάλη του Γένους Σχολή, την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, την Φλαγγίνειο Σχολή Βενετίας, την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, την Αβερώφειο Σχολή Αλεξανδρείας, την Ακαδημία Κυδωνιών, το Ελληνομουσείον Αίνου  κ.ά., ενώ έχει βραβευθεί δις κατά το 1971 και 1987 από την Ακαδημία Αθηνών.
 
Κλείνοντας, παραπέμπουμε στην εκτίμηση ενός αποφοίτου του Παγκυπρίου Γυμνασίου, μετέπειτα υπουργού Παιδείας και κατεξοχήν πνευματικού ανδρός της Κύπρου, του Ανδρέα Χριστοφίδη, του οποίου ο πατέρας υπήρξε δωρητής του σχολείου, πως «η Παιδεία αποτελεί στην πράξη τον προγραμματισμό της Πολιτείας για το τι είδους Πολιτεία θέλει να δημιουργήσει και κυρίως για το τι είδους πολίτη θέλει να πλάσει…είναι αξίωμα ότι η φυσική και εθνική μας επιβίωση θεμελιώνονται στην εθνική μας Παιδεία και η Εθνική μας Παιδεία στη γλώσσα μας».
 
**Η Μερσίλεια Αναστασιάδου, είναι Διεθνολόγος, Επιστημονική Συνεργάτης του Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο