Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου, 2020 - 11:55

Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς: Τα σύνορα - Αναθεωρητισμός -

Αν δεν υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας σοβαρών εις βάρος μας τετελεσμένων θα ήθελα να δίναμε την ευκαιρία να διαπραγματευθούν εκείνοι οι οποίοι σήμερα ψέγουν μονόπλευρα την ελληνική στάση.
 
Του Αλέξανδρου Π. Μαλλιά*
 
«…Και στην πράξη άλλαξαν τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων κατά τη δική τους αυθαίρετη κρίση. Έτσι η αλόγιστη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία …και η προνοητική αναβλητικότητα εύσχημη δειλία. Η σωφροσύνη πρόσημα ανανδρίας και η σύνεση σε καθετί αδράνεια για καθετί. Η παράφρονη ορμητικότητα συγκαταλέχθηκε στα ανδρικά προτερήματα, ενώ η πολύ προσεκτική εξέταση των πραγμάτων χάριν ασφαλείας λογίστηκε πρόφαση για υπεκφυγή…» ( Θουκυδίδης)
 
Εδώ και χρόνια στην Ελλάδα κυριαρχούν δύο σχολές: Η μία ως βέλτιστη εφικτή επιλογή σταθερά προέκρινε την πολιτική της «υπομονής και επιμονής», με μικρά και σταθερά βήματα προς τα εμπρός χωρίς άλματα στο κενό. Στον αντίποδα της είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορούν …να ταράξουν τα «λιμνάζοντα ύδατα…». Αυτή είναι η σχολή της διπλωματικής κινητικότητας. Στην πραγματικότητα δημιουργεί άθελά της πιστεύω σύγχυση και στέλνει λάθος μήνυμα δίνοντας την εντύπωση, εσφαλμένη θεωρώ, ότι συναινεί να συζητήσει με την Τουρκία ζητήματα τα οποία θεωρούμε ότι άγγιζαν κυριαρχικά μας δικαιώματα. Δίνει το πρόσχημα σε πολλούς να αρχίζουν πάλι τις γνωστές και τόσο εύκολες στην πατρίδα μας κραυγές για μειοδοσία και προδοσία. Αντί της ενότητας, συσπείρωσης και προσήλωσης στο στόχο της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μας με την Τουρκία.
 
Για να είμαι απόλυτα αντικειμενικός θεωρώ ότι στη σημερινή φάση της αυξημένης πιθανότητας και πρόβλεψης για «θερμό επεισόδιο» ούτε η μία ούτε η άλλη σχολή μας δίνουν την επιθυμητή λύση. Ελπίζω ότι με την μαζική προέλαση και επιθετική προώθηση χιλιάδων μεταναστών στα διεθνή σύνορα της Ελλάδος από την Τουρκική κυβέρνηση να διαβάσαμε όλοι πλέον σωστά τι είδους απειλητικό γείτονα έχουμε καθώς και τον κυνισμό της ηγεσίας του. Η στάση και αντίδραση της Ελλάδος ήταν η ενδεδειγμένη. Για το λόγο αυτό προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό –μεγαλύτερο ίσως του προσδοκώμενου– τη συσπείρωση της κοινής γνώμης εξασφαλίζοντας έτσι τη μεγίστη δυνατή «εσωτερική νομιμοποίηση».
 
Τι μπορεί να γίνει; Υπάρχει αλήθεια κάποιος ο οποίος δεν θα ήθελε ως βέλτιστη λύση να προτάξει τη διπλωματία και τον διάλογο αν θα ήταν εφικτό να μας οδηγήσουν σε λύση; Ας μου επιτρέψετε να παραθέσω ορισμένες σκέψεις και προτάσεις:
 
-Για παράδειγμα, η υπογράμμιση της αξιωματικής και καθαρής θέσης ότι δεν συζητούμε με την Τουρκία ζητήματα εδαφικής μας ακεραιότητας, ολοκλήρωσης και κυριαρχίας θα βοηθούσε πολύ ώστε να τεθούν στο δημόσιο διάλογο τα ζητήματα στη σωστή τους βάση.H «δημιουργική ασάφεια» οδήγησε το 2015 την Ελλάδα στο γκρεμό της αξιοπιστίας και της ισχύος. Ο όρος μας είναι γνωστός. Τον συναντούμε συχνά σε διπλωματικά κείμενα .Εν τούτοις, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στο εσωτερικό απολύτως απαραίτητο δημόσιο διάλογο για την συγκάλυψη προτάσεων που ερμηνεύονται ότι αφορούν στον περιορισμό ή αναβλητικότητα της άσκησης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
 
-Το ίδιο εκτιμώ ότι πρέπει να γίνει και με την δυνατότητα προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης . Να γίνει δηλαδή απολύτως σαφές ότι η Ελλάδα έχει την βούληση να παραπέμψει στη Χάγη μόνο τα ζητήματα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας ίσως και των ορίων της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης αποκλείοντας ταυτόχρονα εκ προοιμίου το αυτονόητο. Δηλαδή ότι αποκλείουμε κάθε συζήτηση για θέματα που σχετίζονται με την εδαφική μας ακεραιότητα και κυριαρχία.
 
Επιστρέφω στις θέσεις των εν Ελλάδι σχολών . Μία έκφανση της σχολής αυτής θεωρεί ότι η Ελλάδα, ειδικότερα δε οι μαξιμαλιστές «εθνικιστές» υπουργοί, πολιτικοί και διπλωμάτες της και η δήθεν «ακινησία και διστακτικότητα» μας είναι η ρίζα του κακού για τα προβλήματα μας με τη Τουρκία. Ευτυχής και αμέριμνος θα ήμουν αλήθεια αν αυτή ήταν η πραγματικότητα. Οφείλω εν τούτοις να αναγνωρίσω σε συγκεκριμένους εκφραστές της την συνέπεια ,την σταθερότητα και την επί δεκαετίες προσήλωση στις θέσεις τους. Εκτιμώ την παρρησία και την σταθερότητα στη θέση τους, έστω και αν διαφωνώ. Αντίθετα με άλλους οι οποίοι μεταβάλλουν ευκολότερα τις θέσεις και τις προτάσεις τους και προσαρμόζονται αναλόγως των εκλογικών αποτελεσμάτων και των πολιτικών συγκυριών και πάνε με το ρεύμα…
 
Αν δεν υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας σοβαρών εις βάρος μας τετελεσμένων θα ήθελα να δίναμε την ευκαιρία να διαπραγματευθούν εκείνοι οι οποίοι σήμερα ψέγουν μονόπλευρα την ελληνική στάση. Ποιό άραγε είναι το προσδοκώμενο για την Ελλάδα όφελος από μία διαδικασία στην αφετηρία της οποίας οι Έλληνες διαπραγματευτές εκτιμούν ότι το δίκιο είναι με την άλλη πλευρά; Μας αδικούν νομίζω όταν θεωρούν την Ελλάδα μαξιμαλιστική και την Τουρκία προφανώς διαλλακτική και μετριοπαθή. Λάθη και εσφαλμένες εκτιμήσεις έχουμε αναμφίβολα κάνει. Όχι όμως στο βαθμό που να δικαιολογούν την ελληνική πολιτικο-διπλωματική αυτοκτονία. Στην περίπτωση αυτή νομίζω ότι απόλυτα ταιριάζει το αποδιδόμενο στον Ηράκλειτο ρητό « ας μη κάνουμε αστήρικτες εικασίες για τα μέγιστα ζητήματα» ( Περί Φύσεως) .
 
Στην πραγματικότητα η ανάλυση που προσπαθούν ορισμένοι να προβάλλουν είναι η ακόλουθη: Έχουμε χάσει πολλές ευκαιρίες να λύσουμε τα προβλήματα και τις διαφορές μας με την Τουρκία. Ή θα τα λύσουμε τώρα με συμβιβασμό ή θα αναγκασθούμε αύριο να κάνουμε παραχωρήσεις μετά από πολεμική σύγκρουση ή για να την αποφύγουμε. Δηλαδή το σκεπτικό είναι: ας κάνουμε τώρα κάποιες παραχωρήσεις, υποχωρώντας από τις θέσεις και γραμμές μας ενώπιον της υποθετικής και αβέβαιης προοπτικής ότι ίσως αναγκαστούμε εκόντες άκοντες να κάνουμε πίσω αύριο. Είναι λοιπόν τόσο απελπισμένοι από τη δήθεν δική μας αδυναμία και τόσο βέβαιοι για την επικράτηση των άλλων; Τότε με ποια ακριβώς μέσα και ποια πίστη και αυτοπεποίθηση είναι πρόθυμοι να προσέλθουν σήμερα σε εφ’ όλης της ύλης διπλωματική διαπραγμάτευση και συνδιαλλαγή με την Τουρκία; Καμιά διπλωματική μάχη δεν δίνεται αν δεν πιστεύεις στο δίκιο των θέσεων τους και στην εμβέλεια των επιχειρημάτων σου…
 
 
Υπάρχει λοιπόν μία γνωστή σχολή. Την αποκαλώ σχολή της «πολιτικής της μίας λύσης και της μίας επιλογής», διότι θέλει να μας πείσει ότι έχουμε μόνο μία σε σχέση με την Τουρκία και ότι δεν υπάρχει δεν καμία άλλη. Αλήθεια ποιο δόγμα εξωτερικής πολικής και ποιο εγχειρίδιο διαπραγμάτευσης διδάσκουν ότι φρόνιμο είναι να αναζητούμε ως βέλτιστη λύση μεταξύ δύο μερών εκείνη η οποία μοιάζει σαν να έχει εκ των προτέρων επιβληθεί ή εν πάση περιπτώσει προκριθεί; Προσέρχεσαι σε διαπραγμάτευση όταν δεν έχεις πέραν της μίας καλές επιλογές και εναλλακτικές λύσεις και όταν δεν πιστεύεις ότι είσαι εξ ίσου ισχυρός παίκτης;
 
Ενοχοποίηση της Ελλάδος, των πολιτικών της, των στρατιωτικών και των διπλωματών της και ταυτόχρονα αίσθηση αδυναμίας και υποχωρητικής διάθεσης που άστοχα θέλω να πιστεύω καλλιεργούνται είναι ανησυχητικά συμπτώματα. Όπως ακόμη πλέον επικίνδυνα είναι τα άκριτα συνθήματα και οι επικίνδυνες ιαχές περί πολέμου. Επίσης, η συχνή αποτίμηση της ισορροπίας δυνάμεων αποκλειστικά στην βάση της στρατιωτικής ισχύος και των εξοπλισμών. Θέλω να πιστεύω ότι τα όσα διαδραματίζονται στα χερσαία και στα θαλάσσια σύνορα της Ελλάδος το τελευταίο καιρό θα βοηθήσουν στον επαναπροσδιορισμό κάποιων θέσεων . Προεξοφλώ πάντως ότι ακόμη και σήμερα οι δημόσιοι εκφραστές και αρθρογράφοι της σχολής αυτής δεν θα διστάσουν να χαρακτηρίσουν ως «εθνικιστική» και εθνικιστή τον Υπουργό των Εξωτερικών που θα λάβει τη απόφαση να ασκήσουμε τα εκ του διεθνούς δικαίου απορρέοντα κυριαρχικά μας δικαιώματα. ..
 
Τι όμως συμβαίνει στην άλλη πλευρά του Αιγαίου; Αλήθεια ποιες είναι οι αντίστοιχες σχολές δημόσιου διαλόγου σήμερα στην Τουρκία; Δεν υπάρχουν πολλές. Στην πραγματικότητα είναι μόνο μία. Η ίδια εδώ και 46 χρόνια. Δεν έχει μεταβληθεί. ..Είναι η σχολή που από το 1975 συνεχώς επισείει την απειλή πολέμου (casus belli) κατά της Ελλάδος. Βεβαίως υπήρξαν περιπτώσεις πολιτικών και Υπουργών Εξωτερικών της Τουρκίας που έδειξαν θετική διάθεση αντιμετώπισης των προβλημάτων μέσω διαλόγου. Ήσαν η εξαίρεση .Στο ρητορικό ερώτημα αν σήμερα υπάρχει άλλη σχολή στην Άγκυρα η απάντηση είναι δυστυχώς αρνητική… Δεν υπάρχει άλλη. Χαρακτηριστική της νοοτροπίας της σημερινής πολιτικής ηγεσίας της Τουρκία είναι ότι ακόμη και εν μέσω της οδυνηρής πανδημίας του κορωνοϊού εξακολουθεί να προκαλεί και να απειλεί την Ελλάδα προτάσσοντας το ευτελές συνάμα όμως απειλητικό σύνθημα « μετά θα λογαριαστούμε».
 
*Απόσπασμα από το βιβλίο του πρέσβη ε.τ. Αλέξανδρου Π. Μαλλιά που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ. Πρόλογος Άγγελος Συρίγος και αντί Επιλόγου Γεώργιος Πρεβελάκη.