Τρίτη, 27 Ιουλίου, 2021 - 16:40
<

Το τέταρτο κύμα μας προσεγγίζει με μεγάλη ταχύτητα αλλά θα παραμείνει ήπιο

Όσο υπάρχει υψηλό ποσοστό ατόμων στην κοινότητα χωρίς ανοσία, ο κορωνοϊός μπορεί να προκαλέσει έντονα κύματα, αλλά τα περιθώρια στενεύουν όσο αυξάνεται η εμβολιαστική κάλυψη στον πληθυσμό.
 
Από τον Δημήτρη Παρασκευή* 
 
Το πρώτο κρούσμα της πανδημίας του SARS-CoV-2 στη χώρα μας διαγνώσθηκε την 26η Φεβρουαρίου 2020 και από τότε έχουμε βιώσει τρία πανδημικά κύματα με το τέταρτο να είναι σε εξέλιξη. 
 
Το πρώτο κύμα ήταν πολύ ήπιο συνοδευόμενο με μικρό αριθμό κρουσμάτων, συνέπεια της έγκαιρης εφαρμογής μέτρων προστασίας αλλά και της μεγάλης ευαισθητοποίησης και ανταπόκρισης της κοινότητας στα συστηνόμενα μέτρα. Το δεύτερο κύμα πυροδοτήθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου 2020 μετά από μια μακρά περίοδο με πολύ χαμηλό αριθμό κρουσμάτων στη χώρα μας, αλλά και γενικότερα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την πολύ μικρή αποτύπωση σε νοσηλείες και θανάτους του πρώτου κύματος στην Ελλάδα, και συνεπώς την έλλειψη φόβου που υπήρχε έντονα κατά την πρώτη περίοδο, προκάλεσε συμπεριφορές χαλάρωσης με φαινόμενα έντονου συγχρωτισμού. Αυτά οδήγησαν σε υπερμεταδόσεις και εκτενή γεωγραφική διασπορά σε αρκετές περιοχές κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα  με συνέπεια το δεύτερο κύμα να έχει έντονη αυξητική τάση, με τον ρυθμό των κρουσμάτων να διπλασιάζονται σε συγκεκριμένες περιοχές σχεδόν σε διάστημα 4,5 ημερών. Το δεύτερο κύμα μας βρήκε με λιγότερες αντοχές έναντι των περιοριστικών μέτρων με συνέπεια η αποκλιμάκωση των δεικτών της πανδημίας να συμβεί με βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με το πρώτο. Μια επιπλέον παράμετρος ήταν και ο πολύ μεγαλύτερος αριθμός κρουσμάτων του δεύτερου κύματος που προκάλεσε μεγαλύτερη «αδράνεια» στην αποκλιμάκωση.
 
Το τρίτο κύμα συνέβη αμέσως μετά την αποκλιμάκωση του δεύτερου λόγω κυρίως της παρουσίας της αυξημένης μολυσματικότητας του μεταλλαγμένου στελέχους άλφα. Η αυξητική πορεία του κύματος ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με του δεύτερου κυρίως λόγω της τήρησης των μέτρων από ένα σημαντικό ποσοστό των συνανθρώπων μας. Όσο ο χρόνος κυλάει εν μέσω πανδημίας, η ψυχολογική κόπωση αυξάνει και καθιστά μεγαλύτερη την εξοικείωση με την αόρατη απειλή και συνεπώς δυσκολότερη την τήρηση των μέτρων από ολοένα αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού.  
 
Από τα τέλη του 2020 είχαμε στα χέρια μας το εμβόλιο που η εφαρμογή του στον πληθυσμό άρχισε να έχει θετικό αποτύπωμα από τις αρχές του Απριλίου 2020 προκαλώντας σημαντική αποκλιμάκωση στο δύσκολα δαμαζόμενο τρίτο κύμα. Η πανδημική κόπωση είχε κάνει ορατά τα σημάδια της αλλά η αυξανόμενη εμβολιαστική κάλυψη στον πληθυσμό, σε συνδυασμό με τα μέτρα προστασίας, συνέβαλε στη δημιουργία του τείχους ανοσίας προκαλώντας μείωση στην κυκλοφορία του ιού στην κοινότητα
 
H κατάσταση εξελισσόταν ομαλά μέχρι τα τέλη Ιουνίου που εμφανίστηκε μια ραγδαία αύξηση κρουσμάτων, κυρίως, σε νεαρές ηλικιακές ομάδες μειώνοντας το μέσο όρο ηλικίας των ατόμων που είχαν προσβληθεί σε 23 έτη. Η αυξητική τάση στο τέταρτο κύμα είναι παρόμοια με αυτή του δεύτερου παρότι η εμβολιαστική κάλυψη στην κοινότητα αναφορικά με την πρώτη δόση αγγίζει το 50%. Η ραγδαία αύξηση του πρόσφατου κύματος είναι συνέπεια παρόμοιας συμπεριφοράς, δηλαδή έντονου συγχρωτισμού, όπως ακριβώς συνέβη και στο δεύτερο κύμα. Τα φαινόμενο αφορά κυρίως νεαρά άτομα, λόγω ότι είναι σε μεγάλα ποσοστά ανεμβολίαστα, και επίσης λόγω του μεγάλου αριθμού επαφών σε χώρους και εστίες διασκέδασης. Οι νεότερες ηλικίες μετά από μια μακρά περίοδο περιοριστικών μέτρων και αναμονής και εφόσον η εμβολιαστική κάλυψη άγγιξε υψηλά ποσοστά, έδειξαν μια αναμενόμενη συμπεριφορά χαλάρωσης κατά τη διασκέδασή τους. Η νεολαία μας έχει βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση της πανδημίας και η στάση της είναι ιδιαίτερα υπεύθυνη και ώριμη σε όλα τα στάδια αντιμετώπισής της. 
 
Τι μας διδάσκουν όλα αυτά; Τα μηνύματα είναι πολλαπλά και πολύ διδακτικά. Καταρχάς ότι ο ιός παραμένει ανάμεσά μας και, όταν υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό ανεμβολίαστων ατόμων, αρκεί μια μικρή περίοδος χαλάρωσης για να προκληθεί ένα σφοδρό κύμα. Ο εμβολιασμός αποτελεί το ουσιαστικότερο μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας γιατί μας προστατεύει σχεδόν με απόλυτο τρόπο από τον κίνδυνο σοβαρής νόσου, αλλά και επειδή μας παρέχει μια συνεχή προστασία έναντι του ιού ακόμα και σε περιστάσεις που η τήρηση των μέτρων δεν είναι εφικτή. Η πορεία του  τέταρτου κύματος παρότι ανησυχητική αναφορικά με τον ρυθμό αύξησης, δεν είναι εξίσου ανησυχητική για τον κίνδυνο νοσηλειών ή θανάτων, λόγω της εμβολιαστικής κάλυψης στον πληθυσμό των ευπαθών ομάδων. Η κάλυψη δεν έχει προσεγγίσει ακόμα τα ποσοστά του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά δεδομένου ότι η πορεία των εμβολιαστικού προγράμματος στη χώρα μας εξελίχθηκε διαφορετικά, αναμένεται να αυξηθεί ακόμα περισσότερο η εμβολιαστική κάλυψη στα άτομα με ηλικίες άνω των 50 ετών.
 
Όσο υπάρχει υψηλό ποσοστό ατόμων στην κοινότητα χωρίς ανοσία, ο κορωνοϊός μπορεί να προκαλέσει έντονα κύματα, αλλά τα περιθώρια στενεύουν όσο αυξάνεται η εμβολιαστική κάλυψη στον πληθυσμό. Αυτό είναι το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο μήνυμα για την επιστροφή μας σε απάνεμα πελάγη όπου θα κινδυνεύουμε μόνο με κύματα μικρής έντασης που δεν θα μπορούν να πλήξουν τον ασφαλή πλου της πορείας μας…   
 
Ο Δημήτρης Παρασκευής είναι αναπληρωτής Καθηγητής Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Εργαστήριο Υγιεινής Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ελλάδα και μέλος της Ειδικής Επιτροπής του υπ.Υγείας για την πανδημία του κορωνοϊού.
 
**Μύκονος '50. Φωτογραφία / Ζαχαρίας Στέλλας