Πέμπτη, 24 Αυγούστου, 2017 - 07:47

Η κρίση του προσφυγικού και μια απίθανη συμμαχία

Η Γερμανία και η Ελλάδα ήταν σε αντίθετες πλευρές κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων του προηγουμένου έτους για το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης της Αθήνας, αλλά η ευρωπαϊκή κρίση που προκλήθηκε εξαιτίας του μεταναστευτικού - προσφυγικού τις αναγκάζει να σχηματίσουν μια τακτική συμμαχία. Η γερμανική κυβέρνηση προσπάθησε για μήνες να αντιμετωπίσει το πρόγραμμα διάσωσης και την κρίση από τις προσφυγικές ροές ως ξεχωριστά ζητήματα, αλλά το Βερολίνο έχει πλέον συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η Ελλάδα χρειάζεται βοήθεια και για τα δύο. Η ελληνική κυβέρνηση με τη σειρά της αντιλαμβάνεται ότι η συνεργασία με τη Γερμανία είναι απαραίτητη για να αποτραπεί η απομόνωσή της και να λάβει την επόμενη δόση από τα ταμεία διάσωσης.

Από τον Μιχάλη Έρνεστ*

Ως την ημέρα έγκρισης της καταδικαστικής έκθεσης της Ε.Ε. για τη Σένγκεν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εξακολουθούσε να υποτιμά δραματικά την πτυχή της εθνικής ασφάλειας που δημιουργούσε η δυναμική των προσφυγικών ροών. Αλησμόνητης ελαφρότητας ήταν και παραμένουν οι δηλώσεις υπουργών της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα, οι οποίοι αρνούντο να δουν την πραγματικότητα του κινδύνου που δημιουργούσε το προσφυγικό. Οι δυναμικές των ροών ήταν δύσκολο να προβλεφθούν, ως προς τη σφοδρότητά τους, αλλά τα επιχειρήματα που έχουν επιστρατευθεί για να καλύψουν την ανικανότητα για κατάλληλη προετοιμασία, ως προς την αντιμετώπιση των ροών αυτών, απέχουν της πραγματικότητας.

Η συριακή κρίση δεν ξεκίνησε το 2015 και δεν ήταν Σύροι όλοι οι διακινούμενοι αλλά το 57% των 851.319 (880.000 σύμφωνα με τον FRONTEX) που διήλθαν μέσω Ελλάδας στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, το υπόλοιπο 24% ήταν Αφγανοί, το 9% Ιρακινοί, ενώ υπήρξε και ένα 10% που ήλθε από περιοχές που δεν έχουν σχέση με τον πόλεμο στη Συρία. Σε αντίθεση με την προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να συνδέσει τις ροές με τον συριακό εμφύλιο, οι 485.000 Σύροι δεν ήλθαν στις ακτές του Αιγαίου απευθείας από τη Συρία. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν ήδη περάσει στην Τουρκία χρόνια πριν την έναρξη της μαζικής μετακίνησης που ξεκινά τον Μάιο-Ιούνιο 2015. Η ευθύνη του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κυρίως ότι ενεθάρρυνε τις μεταναστευτικές ροές, μέσω των δηλώσεων πρώην υπουργών του, αλλά ότι δεν προετοιμάστηκε κατάλληλα για να τις αντιμετωπίσει όταν αυτές άρχισαν να γιγαντώνονται, από τον Αύγουστο του 2015 και μετά.

Η απόφαση του Βερολίνου, τον Αύγουστο 2015, να κρατήσει την πόρτα ασύλου της Γερμανίας ανοικτή ίσως μέτρησε περισσότερο στην απόφαση των προσφύγων να κινηθούν προς το Αιγαίο. Ο ερασιτεχνισμός και τα μεγάλα κενά συντονισμού που παρατηρούνται μέχρι σήμερα εμμέσως διευκόλυναν το έργο των διακινητών και ανατροφοδότησαν τα προσφυγικά κύματα. Έως τον Φεβρουάριο η κατάσταση είχε πλέον καταστεί οριακή, μετά τη συνειδητοποίηση της Γερμανίας ότι η ανοικτή πολιτική ασύλου που ακολουθούσε είχε φτάσει στα ανθρωπιστικά της όρια. Το πολιτικό όφελος που απέσπασε η καγκελάριος Μέρκελ τον Αύγουστο έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε πολιτικό δηλητήριο που απειλεί την πολιτική της πρωτοκαθεδρία από το εσωτερικό του κόμματός της και το εσωτερικό του κυβερνητικού της συνασπισμού, μετά τις αντιδράσεις των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας.

Στην προσπάθειά της για μια ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση στη μεταναστευτική κρίση, η Γερμανία είναι, ωστόσο, δύσπιστη όσον αφορά τον πολλαπλασιασμό των μονομερών και περιφερειακών κινήσεων στην Ευρώπη. Οι προσφυγικές ροές έχουν επιδεινώσει τον πολιτικό κατακερματισμό της Ευρώπης, καθώς ένας αυξανόμενος αριθμός χωρών – ιδίως εκείνων κατά μήκος της Βαλκανικής οδού– που συνδέει την Ελλάδα με την Αυστρία, υπερασπίζονται την επαναφορά των συνοριακών ελέγχων. Η Γερμανίδα καγκελάριος φοβάται ότι το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες χάνουν τον έλεγχο της πολιτικής διαδικασίας στην Ευρώπη. Το τέλος της ελεύθερης διέλευσης στο πλαίσιο του Σένγκεν θα έχει συνέπειες στο κόστος μεταφοράς και θα μπορούσε να παρεμποδίσει τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Το κλείσιμο των συνόρων θα έχει όμως και σοβαρές πολιτικές συνέπειες, καθώς οι χώρες θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να διακόψουν άλλες πτυχές της διαδικασίας της ηπειρωτικής ολοκλήρωσης στο μέλλον.

Αυτό εξηγεί γιατί η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει την Ελλάδα και στα δύο ζητήματα. Πρώτον, θα αντιταχθεί στις προσπάθειες για αναστολή ως προς την Ελλάδα του κεκτημένου Σένγκεν. Δεύτερον, η Γερμανία είναι πιθανόν να υποστηρίξει πολιτικά την Ελλάδα στις διαπραγματεύσεις για το πρόγραμμα διάσωσης. Το πρόβλημα με τις τακτικές συμμαχίες είναι ότι τείνουν να είναι βραχύβιες. Ο σχεδιασμός του Βερολίνου για εισαγωγή ενός πανευρωπαϊκού συστήματος μετεγκατάστασης κινδυνεύει να αποτύχει και η Γερμανία θα πρέπει να βασίζεται σε μια «συμμαχία των προθύμων», όταν πρόκειται για την αποδοχή των αιτούντων άσυλο. Ως αποτέλεσμα η καγκελάριος θα παραμείνει υπό εγχώρια πίεση για να λάβει σκληρότερη στάση σχετικά με τη μετανάστευση και η διαφαινόμενη ευελιξία του Βερολίνου ως προς την Αθήνα είναι πιθανό να εξασθενήσει τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση θα κινείται αργά στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Ως εκ τούτου, η τακτική συμμαχία Γερμανίας-Ελλάδας θα έχει περιορισμένη μόνο επίδραση στα ευρύτερα προβλήματα που επηρεάζουν και τις δύο χώρες.

*Ο Μιχάλης Έρνεστ είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών
ΦΩΤΟ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ