Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου, 2017 - 00:27

Προσφυγικά: Μνήμες του ‘22

Όταν ολοκληρώθηκε η δόμησή τους το 1935 δεν λύθηκε απλά ένα επείγον πρόβλημα της μεσοπολεμικής Ελλάδας -όπως ήταν η στέγαση των προσφύγων- αλλά έγινε και μια τομή στην αρχιτεκτονική ιστορία της χώρας

Η ιστορία των Προσφυγικών στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας μυρίζει αγιόκλημα και γιασεμί. Από αυτά που είχαν στις αυλές τους οι πρόσφυγες που ξεριζώθηκαν το ’22 από τη Μικρά Ασία και φύτεψαν τα χρόνια που ακολούθησαν στα μικροσκοπικά μπαλκόνια τους επί αθηναϊκού εδάφους.

Με αγιόκλημα και γιασεμί ήθελαν τότε να σκεπάσουν τις μνήμες των μαύρων καπνών που τύλιξαν τη Σμύρνη. Σαν ζείδωρες πνοές τους τα κρατούν τώρα οι λιγοστοί κάτοικοι των προσφυγικών πολυκατοικιών στην «καρδιά» της Αθήνας.

Όνειρό τους είναι να δουν το συγκρότημα των 14,5 στρεμμάτων να γίνεται ένα ιστορικό μνημείο συλλογικής μνήμης. «Διεκδικούμε ο χώρος να γίνει ένα μεγάλο μουσείο-κόσμημα για τον προσφυγικό κόσμο. Ένα πολιτιστικό μνημείο στο κέντρο της Αθήνας που θα αποτελεί πόλο έλξης για τον Ελληνισμό της Ανατολής. Αυτή είναι η επιθυμία της τοπικής κοινωνίας αλλά και του Δήμου Αθηναίων», λέει στην «Boulevard» ο Δημήτρης Παντέλας, γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος.

Το 2009, με πρωτοβουλία του τότε υπουργού Πολιτισμού κ. Αντώνη Σαμαρά, επικυρώθηκε απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (Κ.Α.Σ.) που χαρακτήριζε ως διατηρητέο μνημείο το συγκρότημα, που αποτελείται από οχτώ πολυκατοικίες και 228 διαμερίσματα. Όταν ολοκληρώθηκε άλλωστε η δόμησή του το 1935 δεν λύθηκε απλά ένα επείγον πρόβλημα της μεσοπολεμικής Ελλάδας -όπως ήταν η στέγαση των προσφύγων- αλλά έγινε και μία τομή στην αρχιτεκτονική ιστορία της χώρας.

Τα όνειρα, ωστόσο, για τη δημιουργία μουσείου στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας «πάγωσαν» -τουλάχιστον προσωρινά- όταν τον περασμένο Μάρτιο η κυβέρνηση αποφάσισε την εκχώρηση των Προσφυγικών στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ). Ο Δήμος Αθηναίων αντέδρασε στην προοπτική πώλησής τους σε ιδιώτες, προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και αυτή τη στιγμή έχει μπλοκάρει τη διαδικασία μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση.

«Ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς φρόντισε το 2009 να προστατεύσει το συγκρότημα από όσους το εποφθαλμιούσαν, μέσω του χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου. Η κυβέρνησή του ήρθε λίγα χρόνια αργότερα με τελείως διαφορετική πρόθεση και το παραχώρησε στο ΤΑΙΠΕΔ. Πρόκειται για μία πολιτιστική κληρονομιά που, κακά τα ψέματα, δεν μπορεί να γίνει ούτε πάρκινγκ ούτε εμπορικό κέντρο. Νομίζω δηλαδή ότι η εκχώρησή της στο ΤΑΙΠΕΔ δεν ήταν καλή ιδέα. Αντιθέτως, καλές ήταν οι παράλληλες προτάσεις που έχουν γίνει κατά καιρούς –εκτός από αυτή του Μουσείου– για τη δημιουργία Κέντρου Βιωματικής Εκπαίδευσης Ανηλίκων και ξενώνα συνοδών και ασθενών του Αγίου Σάββα», υποστηρίζει ο κ. Παντέλας.

Μαζί του συμφωνεί σε αδρές γραμμές ο γενικός γραμματέας Πολιτιστικού και Περιβαλλοντικού Κέντρου Αμπελοκήπων, Φαίδων Παπαθεοδώρου, ο οποίος μιλώντας στην “Boulevard”  προτείνει «οι τέσσερις πολυκατοικίες της πρόσοψης που έχουν αγοραστεί εξ ολοκλήρου από το κράτος να γίνουν Μουσείο και οι υπόλοιπες τέσσερις στις οποίες σήμερα ζουν περίπου 20 ιδιοκτήτες και αρκετοί ακόμα ενοικιαστές να αποκατασταθούν και να γίνουν μία ωραία γειτονιά.

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι συναισθηματικά δεμένοι με τα σπίτια τους και δεν τα έχουν ακόμα πουλήσει. Είτε ζουν εκεί είτε τα έχουν νοικιάσει. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να αναγεννηθεί η περιοχή».

Μέχρι να υλοποιηθούν, ωστόσο, τα σχέδια αυτά το πιθανότερο είναι ότι τα Προσφυγικά θα εξακολουθήσουν να ρημάζουν παραδομένα στη φθορά του χρόνου. «Ανησυχούμε γιατί η κατάσταση αυτή τη στιγμή είναι πολύ κακή. Υπάρχουν διαμερίσματα στα οποία βρίσκουν κατάλυμα τοξικομανείς, ο ταχυδρόμος δεν περνά να αφήσει τα γράμματα όπως στις άλλες γειτονιές, ο Δήμος δεν μαζεύει τα σκουπίδια και δεν κόβει τα δέντρα. Έτσι, το βράδυ είναι επικίνδυνα, καθώς δεν υπάρχει ούτε ο κατάλληλος φωτισμός. Μην ξεχνάτε ότι στην περιοχή ζουν οικογένειες και υπάρχουν παιδιά που δικαιούνται να παίξουν και να κυκλοφορούν έξω με ασφάλεια. Η περιοχή μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί από το κράτος», προσθέτει ο κ. Παπαθεοδώρου.

Οι μοναδικοί που αντιστέκονται είναι οι λιγοστοί κάτοικοί τους –μερικές δεκάδες οικογένειες– που καθαρίζουν και συντηρούν όσο μπορούν το χώρο. Όλοι τους, όπως ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Ευταξιόπουλος, είναι απόγονοι προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Συνολικά 228 οικογένειες εγκαταστάθηκαν εκεί το 1935 πληρώνοντας 80.000 δραχμές για το παραχωρητήριο.

Περίπου 137 από αυτές εγκατέλειψαν τις εστίες τους όταν τη δεκαετία του ’80 η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ) ξεκίνησε να αγοράζει τα διαμερίσματα δίνοντάς τους αποζημιώσεις. Οι λόγοι που ωθούσαν τους κατοίκους να πουλήσουν την περιουσία τους ήταν ουσιαστικά δύο. Ο πρώτος ότι πλέον τα 55 τετραγωνικά μέτρα δεν αρκούσαν στις τετραμελείς οικογένειες και ο δεύτερος ότι η συντήρηση των σπιτιών είχε γίνει αρκετά πολυδάπανη. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν η ΚΕΔ εξακολούθησε να αγοράζει διαμερίσματα, χωρίς όμως –σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζονται οι ιδιοκτήτες– να καταβάλλει το χρηματικό ποσό που αναλογούσε στην πραγματική τους αξία.

Ζωντανή ιστορία

Η άφιξη των προσφύγων τη δεκαετία του ’20 βρήκε απροετοίμαστο το πάμφτωχο ελληνικό κράτος που ανέλαβε μία από τις δυσκολότερες αποστολές.

Στην αρχική απόφαση να εγκατασταθούν εκεί που σήμερα βρίσκεται το γήπεδο του Παναθηναϊκού αντέδρασαν έντονα οι οπαδοί της καινούργιας τότε ομάδας. Ο αθλητικός σύλλογος μπορεί να μετρούσε μόλις 15 χρόνια ζωής, αλλά είχε φανατικούς υποστηρικτές, οι οποίοι διεκδικούσαν την έκταση δίπλα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας για την κατασκευή γηπέδου.

Το 1923 εκδόθηκε προεδρικό διάταγμα μέσω του οποίου ο χώρος απαλλοτριώθηκε υπέρ του Εργατικού Συνεταιρισμού για την ανέγερση εργατικών κατοικιών. Αυτό, ωστόσο, δεν κατεύνασε τα πνεύματα. Ο Παναθηναϊκός έμεινε άστεγος, παρά το γεγονός ότι τα μέλη του είχαν δώσει 150.000 δραχμές για να κάνουν το βοσκότοπο γήπεδο.

Οι φίλοι της ομάδας εξαγριώθηκαν με συνέπεια να ξεσπάσουν συγκρούσεις με τους ταλαιπωρημένους Μικρασιάτες, οι οποίοι χωρίς να το θέλουν βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα.

Τη σολομώντεια λύση έδωσε –αν και με καθυστέρηση– ο Δήμος Αθηναίων, ο οποίος παραχώρησε την έκταση για το γήπεδο στον Παναθηναϊκό και έδωσε τη δυνατότητα στους πρόσφυγες να στήσουν τα σπίτια τους στο απέναντι χωράφι, εκεί όπου αργότερα έγινε η ανέγερση των πολυκατοικιών. Παρότι η αποκατάσταση των προσφύγων ήταν μείζον ζήτημα για το ελληνικό κράτος, οι προσπάθειες για οργανωμένη στέγαση άργησαν να ξεκινήσουν. Το 1933, δηλαδή έντεκα χρόνια μετά την έλευσή τους στη χώρα, άρχισαν να χτίζονται οι πολυκατοικίες που ολοκληρώθηκαν δύο έτη μετά.

Οι πρόσφυγες ησύχασαν για αρκετά χρόνια μέχρι που τον Δεκέμβρη του 1944 κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ βρετανικών-κυβερνητικών δυνάμεων και του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) τα κτίρια της Λεωφόρου Αλεξάνδρας μετατράπηκαν σε πεδίο μάχης. Η αιτία ήταν ότι μέλη του ΕΛΑΣ βρήκαν καταφύγιο στα Προσφυγικά με αποτέλεσμα οι βρετανικές δυνάμεις να ανοίξουν πυρ εναντίον τους από τον Λυκαβηττό. Τα σημάδια της μάχης είναι ακόμα ορατά στους τοίχους, που σε διάφορα σημεία είναι τρυπημένοι από σφαίρες.

Απαράμιλλη αρχιτεκτονική

Τον σχεδιασμό και την κατασκευή των Προσφυγικών ανέλαβαν τη δεκαετία του ’30 οι εξαιρετικοί αρχιτέκτονες Κίμων Λάσκαρις και Δημήτριος Κυριακού, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι στην Ελλάδα που ασχολήθηκαν με τη λαϊκή κατοικία.

Επέλεξαν να φτιάξουν πέτρινους τοίχους για να εξασφαλίσουν ιδανικές συνθήκες ανεξαρτήτως εποχής (ζέστη τον χειμώνα, δροσιά το καλοκαίρι), αξιοποίησαν μέχρι και το τελευταίο τετραγωνικό και καινοτόμησαν τοποθετώντας σκάλες στην πόρτα κάθε διαμερίσματος.

Στις αρχιτεκτονικές μαεστρίες των Λάσκαρι και Κυριακού συγκαταλέγονται και οι τεράστιοι κοινόχρηστοι χώροι, το πλυσταριό που μοιράζονταν τέσσερις οικογένειες και η προσεκτική μελέτη της απόστασής τους ούτως ώστε να μη χάνεται καμία αχτίδα ηλίου.

Φωτό: Γιάννης Μάνος