Τρίτη, 26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, 2021 - 12:38

Ελλάδα - Γερμανία - Διαφωνία;

Ευτυχώς η εποχή της βαθιάς κρίσης  στις σχέσεις μας με τους φυσικούς μας εταίρους ,την Ευρωπαϊκή Ένωση εννοώ ,πέρασε. Ανεπιστρεπτί θέλουμε να ελπίζουμε. Σίγουρα έχει αφήσει πίσω της κάποια σημάδια. Δύσκολο να ξεχάσουμε την βαθιά ατομική και εθνική μας ταπείνωση και αυτό-απαξίωση. Χάρις στην πατριωτική στάση συγκεκριμένων κομμάτων και πολιτικών η Ελλάδα παρά το ολέθριο ΝΑΙ του δημοψηφίσματος  του Ιουλίου 2015 παρέμεινε στην Ευρωπαϊκή  Ένωση. Δέχομαι ότι ο χρόνος έχει σε μεγάλο βαθμό  επουλώσει τις πληγές. Η Ελλάδα ούτως ή άλλως ήταν αποφασισμένη παρά τις εξωγενείς την φορά αυτή προκλήσεις και αντιξοότητες να γυρίσει σελίδα. 
 
Του Αλέξανδρου Π. Μαλλιά πρέσβη επί τιμή
 
Στα «πέτρινη δεκαετία» της εθνικής μας υποτίμησης συνέπεια της κρίσης αξιών, καταγράφηκε μία άνευ προηγουμένου κρίση εμπιστοσύνης με τους φυσικούς και πολιτισμικούς (αξίες, αρχές) μας εταίρους  της  Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυρίως με την  Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και την ηγεσία της. Τα  πιο φαρμακερά βέλη εκτοξεύτηκαν από συγκεκριμένο χώρο που   αυτό-προσδιορίστηκε ως   μία  αυθεντική  μορφή του ενδημικού πλέον  στην Ευρώπη  πολιτικού αντιστημισμού . Η σύγκρουση δεν περιορίστηκε όμως μόνο τον χώρο αυτό. Ο λεγόμενος  αντι-ευρωπαϊσμός  συχνά ταυτίστηκε και συγχωνεύτηκε με ένα  αντι-γερμανισμό που παρέπεμπε  σε μία άλλη Ευρώπη, σε μία άλλη Ελλάδα κυρίως όμως σε μία άλλη Γερμανία.
 
Η ευθύνη δεν ήταν μόνο δική μας. Την ίδια εποχή  η Ελλάδα δέχτηκε  μία άνευ προηγουμένου δυσφημιστική καταιγίδα από  γερμανικά Μ.Μ.Ε. και πολιτικούς  με περιφρονητικούς χαρακτηρισμούς που  συχνά είχαν αναφορές και σε ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά του ελληνικού  λαού. Επικίνδυνο εγχείρημα και ολισθηρό το έδαφος  ιδίως όταν  προέρχεται από την Γερμανία.
 
Το βασικό όμως σφάλμα της Γερμανίας ήταν πολιτικό. Η ολοκληρωτική απουσία  συνυπολογισμού της γεωπολιτικής και στρατηγικής  θέσης της Ελλάδος –ως μέλους της Ευρωπαϊκής  Ένωσης και του ΝΑΤΟ-στην φλεγόμενη ήδη από το 2011 Ν.Α. Μεσόγειο ήταν το κρισιμότερο μειονέκτημα της Γερμανικής πολιτικής κατά την διάρκεια του λεγόμενου «ελληνικού ζητήματος» .Η Γερμανική πολιτική επέμεινε στο πλαίσιο της Ε.Ε. να απομονώσει  την ελληνική κρίση χρέους, διπλών ελλειμμάτων ,δημοσιονομικής αταξίας και χρηματοδοτικο/πιστωτικών αναγκών  από την  συνεχιζόμενη πολύτιμη  συνεισφορά  και υπεραξία  της Ελλάδος  στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Αυτό ήταν το  πλέον κρίσιμο σημείο της σοβαρής απόκλισης –σύγκρουσης- θέσεων της Καγκελαρίου  Άγκελα Μέρκελ  με την  Διακυβέρνηση (ADMINISTRATION) Ομπάμα-Μπάϊντεν ως προς τον χειρισμό του «ελληνικού  ζητήματος».  Οι εξελίξεις στην ΝΑ Μεσόγειο και η σημαντική ενίσχυση της αξίας της Ελλάδος στην περιοχή  δικαίωσαν την στρατηγική θεώρηση των ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα  με  την  σημαντική ενίσχυση των Ελληνο-Αμερικανικών  σχέσεων είναι ορατά. Αλήθεια τι συμπέρασμα βγάζουμε ;
 
Μακρύς ο πρόλογος. Αναγκαίος και δικαιολογημένος εν τούτοις. Το κείμενο όμως αυτό γράφεται την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου λίγες ώρες μετά  την υιοθέτηση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Συμπερασμάτων. Αν δεν γνώριζα τον δυσκίνητο λόγω σύγκρουσης συμφερόντων τρόπο με τον οποίο κινείται η δική μας  Ένωση ειδικά απέναντι στην Τουρκία θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι μου άφησε μία γλυκόπικρη   γεύση. Γνωρίζω όμως ότι το εφικτό δεν ταυτίζεται με το επιθυμητό. Τριάντα ακριβώς χρόνια μετά την επανένωση της Γερμανίας θυμάμαι  τις  τότε ( 1990)  διαβεβαιώσεις του
Καγκελαρίου Χέλμουτ Κολ και του Υπουργού Εξωτερικών Χανς Ντίτριχ Γκένσερ: «Η Γερμανία δεν θα γίνει ο ηγεμόνας της Ευρώπης. Η Γερμανία νιώθει ισχυρή μέσα σε μία ισχυρή Ευρώπη».  Το ζήτημα  πλέον δεν αφορά μόνο στην καθημερινή απειλή και επιθετική δραστηριότητα της Τουρκίας κατά  Κύπρου και Ελλάδος. Αφορά στην αξιοπιστία και στο κύρος της Ευρώπης.
 
Πρώτον, διότι η Ευρώπη υπό την ηγεμονική πειθώ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα  έπρεπε εδώ και καιρό κατά τρόπο αξιόπιστο  να είχε ορθώσει πολιτικό λόγο που να στηρίζεται στις αξίες και στις αρχές. Στα στοιχεία εκείνα  του Ουμανισμού που αποτελούν –θα έπρεπε μάλλον να αποτελούν- τον συνδετικό κρίκο των πολιτικών μας.
 
Δεύτερον, διότι δεν έλαβε υπόψη ,στο βαθμό τουλάχιστον που θα περίμενε κανείς, το μακροπρόθεσμο συμφέρον της  Ένωσης  στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου  και της Μέσης Ανατολής. Αυτή η Ευρώπη δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο που διεκδικεί και προφανώς της αρμόζει.
 
Εδώ και ένα χρόνο  οι αμφιλεγόμενες δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων Γερμανών αξιωματούχων αποδυνάμωσαν  την εμβέλεια και αξιοπιστία  της  περί «αλληλεγγύης κλπ» θέσης της  Ένωσης για Ελλάδα και Κύπρο  απέναντι στις επιθετικές  ενέργειες της Τουρκίας. Δεν γνωρίζω τις μη δημόσια διατυπωμένες θέσεις. Διαβάζοντας όμως προσεκτικά την  έκδηλη  ικανοποίηση που προκαλούν στην Άγκυρα  δικαιούμαι να υποθέτω ότι  διαφοροποιούνται  των κοινών θέσεων της Ε.Ε. τις οποίες κατά κανόνα  σφοδρά επικρίνει  ο Πρόεδρος Ερντογάν .Αλήθεια τι συμπέρασμα βγάζουμε;
 
Στο  ζήτημα της ΑΟΖ  η Γερμανική Κυβέρνηση φρόντισε εξ αρχής να αποδυναμώσει  την διαπραγματευτική και διπλωματική θέση της Ελλάδος έναντι της Τουρκίας και της  κυβέρνησης της Λιβύης .Τον Ιανουάριο του 2020 απέκλεισε την Ελλάδα από την κρίσιμη  Διάσκεψη του Βερολίνου για την Λιβύη. Παρούσα όμως με κύριο και καταλυτικό ρόλο η Τουρκία.  Αντέδρασε  όμως η Γερμανία –με δημόσιες δηλώσεις και με παραστάσεις –επειδή  υπογράψαμε  την Συμφωνία με την Αίγυπτο για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Αλήθεια τι συμπέρασμα βγάζουμε; 
 
Διαφορά ουσιαστική μάλιστα έχομε και  στο ζήτημα της  σταθερής εμπλοκής της Γαλλίας  στην περιοχή της Ανατολικής  Μεσογείου και της  παροχής  αμυντικής «ομπρέλας ασφάλειας» στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Και όμως, η Γερμανία θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται καλύτερα από άλλους την σημασία της «ασφάλειας». Επί Προέδρου Τραμπ το χάσμα μεταξύ Ουάσινγκτον και Βερολίνου  ήταν βαθύ και έμοιαζε αγεφύρωτο. Δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να κατηγορήσει την Γερμανία  επειδή  σε επίπεδο πανευρωπαϊκής ασφάλειας – έναντι  της Ρωσίας -  αισθάνθηκε αποδυναμωμένη και «αδειασμένη» από την Ουάσινγκτον.Η Γερμανία βεβαίως βρήκε την λύση της ασφάλειας  της στο περιθώριο των σχέσεων της με τις ΗΠΑ. Η ιστορική  Γαλλο –Γερμανική Συνθήκη του Άαχεν ( Aix La Chapelle) της 22ας Ιανουαρίου 2019 (Πρόεδρος Μακρόν-Καγκελάριος Μέρκελ) – για πρώτη φορά  «άπλωσε» και στην   Γερμανία την πυρηνική ομπρέλα αποτροπής και ασφάλειας που διέθετε αποκλειστικά η Γαλλία.
 
Η σταθερή θέση και ορθή ανάλυση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων από το 1974  και μετά είναι  ότι το  ΝΑΤΟ δεν καλύπτει της Ελλάδα από την σταθερή και μόνιμη  απειλή που είναι η Τουρκία. Η Γαλλία  όμως σε διμερές επίπεδο έδειξε εμπράκτως την αλληλεγγύη της έναντι Ελλάδος και Κύπρου ακριβώς  όπως έπραξε  με τη Γερμανία. Καίτοι με διαφορετικά μέσα και έναντι άλλης απειλής. Και όμως και αυτό  ενόχλησε  το Βερολίνο. Διετύπωσε δημόσια μάλιστα δυσφορία  για την ανάμιξη της Γαλλίας. Αλήθεια τι συμπέρασμα βγάζουμε;
Το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ την Γερμανία  και την Ελλάδα. Αφορά στην αξιοπιστία, στην δυνατότητα  επιρροής και στις  δυνατότητες (capabilities)  της Ευρωπαϊκής  Ένωσης. Δεν πρόκειται για την ενδημική  στην διπλωματία και πολιτική  σύγκρουση των  συμφερόντων  με τις αξίες και τις αρχές. 
 
Η πολιτικής της Γερμανίας έναντι της Τουρκίας εφόσον στηρίζεται και εμπνέεται από τις κοινές θέσεις και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους θεμελιώδεις κανόνες του Δικαίου, δεν μειώνει αλλά ενισχύει την εμβέλεια και τη πειθώ της Ευρωπαϊκής  Ένωσης και βέβαια του Βερολίνου. Ας  αναρωτηθεί   λοιπόν και η ηγεσία της  Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για τους λόγους οι οποίοι δεν απέτρεψαν   τον Πρόεδρο της Τουρκίας να προβεί σε άνευ προηγουμένου  επιθετικές  ενέργειες κατά  της Κύπρου, της Ελλάδος και εν τέλει της ίδιας της Ευρώπης   και των αξιών της  στο εξάμηνο της Γερμανικής Προεδρίας την Ευρωπαϊκή  Ένωση.